Ξεθωριάζει το Καλοκαίρι και εμείς επιδιδόμαστε αβοήθητοι σ’ ένα ανελέητο κυνηγητό με τις αναμνήσεις. Άραγε είμαστε εμείς που κυνηγούμε τις αναμνήσεις ή οι αναμνήσεις που κυνηγάνε εμάς;
Ξεθωριάζει το Καλοκαίρι και εμείς επιδιδόμαστε αβοήθητοι σ’ ένα ανελέητο κυνηγητό με τις αναμνήσεις. Άραγε είμαστε εμείς που κυνηγούμε τις αναμνήσεις ή οι αναμνήσεις που κυνηγάνε εμάς;
Αν μπορούσα με κάποιο τρόπο να δωρίσω ώρες από την ζωή μου σε κάποιον άλλο, θα τις δώριζα σε εκείνους που επιμένουν να πορεύονται στις ανηφόρες με οδηγό την αγάπη. Σε εκείνους που, αν και βλέπουν την κλεψύδρα του χρόνου να αδειάζει, προσπαθούνε ακόμα να κερδίσουν κι άλλες στιγμές μαζί. Σε εκείνους που παρά τις αντιξοότητες, τις δυσκολίες και την αδίστακτη σκληρότητα της ζωής, περπατάνε, έστω πάρα πολύ αργά, πιασμένοι χέρι-χέρι…
Κοιτούσα κάποτε τα πλοία και φανταζόμουν πως με έπαιρναν μαζί τους σε ταξίδια τόσο μακρινά που μόνο τα όνειρα μπορούσαν ν’ αγγίξουν. Δεν ήταν μόνο πόθος ήταν και ανάγκη. Μια διέξοδος, ένα είδος διαφυγής. Έτσι κοιτάζω και σήμερα την Άνοιξη. Στέκεται στο κατώφλι μιας εποχής εξίσου μακρινής με τα ονειρικά ταξίδια, μα δεν περνά την πόρτα…
Όλη η ζωή σε μια στάση λεωφορείου… Μια στάση άλλοτε γεμάτη κόσμο κι άλλοτε έρημη σαν να την εγκατέλειψαν. Μια στάση που θα την προσπεράσεις γιατί δεν ξέρεις πώς να την διεκδικήσεις. Που πάει το λεωφορείο; Γιατί αρπάζει, αδίστακτα, ότι επιθυμούμε πριν να το χορτάσουνε τα μάτια μας;
2024… Στιγμές άσκοπης, χαμένης ζωής, σημάδια στην άμμο που κυλά πολύ βιαστικά στην κλεψύδρα του χρόνου και όνειρα… Μόνο όνειρα. Σε λίγο τα χρόνια μακριά σου θα είναι περισσότερα από εκείνα κοντά σου…
Είναι κάτι μοναδικές στιγμές, που η γλώσσα είναι φτωχή, τα
λόγια άχρηστα και ίσα ίσα, τότε είναι που θέλεις να πεις τα πιο πολλά… Τότε ο άνθρωπος τραγουδάει ή παραμιλά. Μα ούτε κι αυτό είναι
αρκετό. Στο τέλος λύνεται στο κλάμα. Και τότε μπορεί να μην τα λέει όλα, λέει όμως αρκετά… *
Έχουμε την άδικη τάση να προσπερνάμε. Όχι να ξεπερνάμε, να προσπερνάμε. Έτσι, τουλάχιστον, νομίζω. Γιατί κάτι που μας στιγμάτισε, κάτι που βρήκε κάποια στιγμή μια θέση στην καρδιά μας, που έδωσε, έστω για λίγο, νόημα στην ύπαρξη μας, νομίζω, δεν ξεπερνιέται. Και προσπαθούμε, με κάθε τρόπο, με κάθε θυσία, να το προσπεράσουμε…
Γύρισα από την δουλειά και βγήκα στο μπαλκόνι να απλώσω τα βρεγμένα ρούχα της δουλειάς, τα βρεγμένα υπολείμματα καθημερινότητας. Άνθρωποι περπατούν κάτω στον δρόμο σέρνοντας τα πόδια τους, κάποιοι σέρνοντας το σκυλάκι τους, άλλοι σέρνοντας την ζωή τους…
Κάθε μέρα που περνά υποβαθμίζεται όλο και περισσότερο η ζωή. Κάθε λεπτό που περνά ο άνθρωπος χάνει την αξία του. Ζούμε μονάχα για να συντηρούμε ότι αργοπεθαίνει, αδίστακτους αλαζόνες και την ματαιότητα όσων στοιβάζουν στις τσέπες τους θλίψη και πόνο. Ξυπνάς το πρωί και αν φθάσεις μέχρι τη νύχτα το οφείλεις μονάχα στην τύχη. Αφήσαμε την αδιαφορία να σαπίσει το αίμα μας υπηρετώντας έτσι το κακό χωρίς καμία αντίδραση. Επιτρέψαμε στην απαξίωση να υποσκελίσει την δράση, την άποψη, την οργή. Έτσι, χωρίς να το προσέχουμε, ότι συμβαίνει συμβαίνει με την συγκατάθεση μας...
Κάθε φορά που νομίζω πως κάτι αφαιρώ από την ταλαιπωρημένη βαλίτσα, κάτι, ως δια μαγείας, όλο προστίθεται. Όσο την αδειάζω, τόσο εκείνη γεμίζει! Αν εγώ αφαιρώ πράγματα (ρούχα, βιβλία, μπιχλιμπίδια που – προφανώς – δεν θα τα χρειαστώ ποτέ) εκείνη τι προσθέτει και δεν μπορώ μετά να την κλείσω;
Όταν είναι μόνοι τους, η θάλασσα με το παγκάκι, πρέπει να διηγούνται ο ένας στον άλλο τις πιο όμορφες ιστορίες…
Όμορφη βραδιά, και η βροχή αβέβαιη – όπως εγώ – να μην μπορεί να αποφασίσει αν θα στείλει το μήνυμα της… Παρέες να περπατούν «απολαμβάνοντας» τις 2 επιπλέον ώρες «ελευθερίας» που τους δόθηκαν. Εαρινή ισημερία… Χρόνια τώρα την ονειρεύομαι την Άνοιξη: χαμογελάει με κείνα τα υπέροχα μπλε μάτια, κουρνιάζει σα μικρό παιδάκι στην αγκαλιά μου, παλεύει με τις ανασφάλειες της και, σαν αποκοιμηθεί, ταξιδεύει ψηλά πάνω από το ουράνιο τόξο… Την ονειρεύομαι συνέχεια, την προσκαλώ συνέχεια, δεν τολμά να έρθει. Όμως η ζωή χωρίς την Άνοιξη, είναι πολύ μοναχική, πολύ σκληρή, πολύ άδικη…
Ψηλός, λεπτός, με εκείνο το μακρύ (συνήθως) μαλλί που αντιστεκόταν σθεναρά στον χρόνο, με την ζεστή, βραχνή φωνή στο μικρόφωνο – ο ήχος που νιώθεις πως έχει η καλή συντροφιά- ο Γιώργος, ο γερόλυκος της ροκ και αιώνια ρομαντικός μουσικός περιπλανητής, ο φωτογράφος με την ευαίσθητη ματιά, ο γλυκός άνθρωπος, ο αθεράπευτος εραστής του φλερτ, με την κακή αγγλική προφορά και την αστείρευτη αγάπη του για τη μουσική και το ραδιόφωνο, ο παραγωγός που πήγαινε άυπνος για δουλειά μετά από ατέλειωτες ώρες πίσω από το μικρόφωνο, το «φιλαράκι», έφυγε χωρίς να μου το πει, γράφοντας απλά πριν λίγες μέρες ένα ειρωνικά ανορθόγραφο «διάλυμα»… Από τι έκανες διάλειμμα ρε Γιώργο; Γιατί να το κάνεις;
Ξύπνησα κουρασμένος ένα ακόμα πρωί, άνοιξα δειλά το παράθυρο, είδα τον ήλιο να λάμπει αγνοώντας επιδεικτικά την πραγματικότητα και συνειδητοποίησα – έκπληκτος - πως ήρθε ο Μάρτιος. Ένας ακόμα Μάρτιος… Πέρασε στ’ αλήθεια άλλος ένας χρόνος; Ήρθε άλλος ένας Μάρτιος; Ο μήνας που φέρνει την Άνοιξη, ο μήνας της πιο όμορφης στιγμής στην ζωή μου, ήρθε ξανά… Πότε έφυγε; Γιατί έφυγε; Βλέπω να έχουν περάσει τέσσερεις μα είναι σα να πέρασε μονάχα…μια ανάσα…
“Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε όλο και πιο πολύ το φως, σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος…” (Τ. Λειβαδίτης)
Αυτή η Κυριακή, αυτή που την αναγκάζουμε να στέλνει τον χρόνο μια ώρα πίσω δίνοντας ακόμη περισσότερο χώρο στο σκοτάδι, που την σπρώχνουμε να βυθίσει τον ήλιο στην θάλασσα τόσο νωρίς, πάντα την σιχαινόμουν - κι ας μην είναι δικό της το φταίξιμο. Όπως με τους ανθρώπους… Συχνά τους «σιχαινόμαστε» για λάθη που οι ίδιοι δεν ευθύνονται…