crawl

Somewhere over the rainbow... Θα περιμένω...

koumpia

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Κάποτε στην Δύση…



Ο Τζο κατέβηκε από το άλογο του ρίχνοντας μια προσεχτική ματιά γύρω του σε όλα εκείνα τα σκυθρωπά πρόσωπα που τον κοιτούσαν με περιέργεια κάτω από τον καυτό ήλιο του μεσημεριού. Ήταν ξένος σε αυτή την πόλη, γνώριζε όμως πως έπρεπε να είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένος και σε εγρήγορση καθώς οποιοσδήποτε μπορούσε να αποδειχθεί εχθρός. Έδεσε το άλογο του και μπήκε αποφασιστικά στο saloon.

Η αποπνιχτική ατμόσφαιρα από τα φθηνά και αμφιβόλου ποιότητας τσιγάρα που κάπνιζαν οι θαμώνες, τον ζάλισε σαν ταύρος στο ροντέο, ήξερε όμως πως η τιμή του καπνού είχε φθάσει σε απίστευτα ύψη και οι περισσότεροι καπνιστές, όπως και ο ίδιος, κάπνιζαν ότι πιο φθηνό μπορούσαν να βρουν. Οι Κινέζοι άφηναν τα πλυντήρια και αναλάμβαναν θέσεις γαιοκτημόνων και τσιφλικάδων και οι περισσότερες πλέον καλλιέργειες καπνού είχαν περάσει στα χέρια τους. Πάνω στην σκηνή, η «Λόλα» με τον θίασο της, τραγουδούσαν τις τελευταίες παράφωνες επιτυχίες που αποτελούσαν τα «must» της εποχής, τραγούδια που είχαν συνθέσει κάτι πρώην χρυσοθήρες που εγκατέλειψαν το κυνήγι χρυσού και ασχολήθηκαν με κάτι που αποδείχθηκε περισσότερο προσοδοφόρο, ενώ στα τραπέζια πονηροί χαρτοκλέφτες εκμεταλλεύονταν τα οπίσθια της Λόλας που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον, για να βγάλουν έναν ακόμα άσσο από το μανίκι τους. Ο Τζο πλησίασε στο μπαρ, έφτυσε μια πράσινη ροχάλα στο πτυελοδοχείο και παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα.

Δίπλα του ο σερίφης –που ήταν πολύ απασχολημένος για να τον παρατηρήσει- συζητούσε με έναν μεσήλικα ντυμένο με ένα φανταχτερό κοστούμι που κάπνιζε ένα πανάκριβο πούρο, για τους νέους φόρους που είχε επιβάλλει ο κυβερνήτης, ένας μοχθηρός τύπος που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ξένων αποικιοκρατών. Ο Τζο γνώριζε για αυτά τα «Τρυφερά Πόδια» που έβαζαν χέρι σε κάθε χώρα αδιαφορώντας για τα εγκλήματα που διέπρατταν καθώς αυτοί που τους βοηθούσαν έμεναν πάντα ατιμώρητοι, και κρατούσε πάντα μερικές καυτές σφαίρες μέσα στο Κολτ του, ειδικά για αυτούς, όμως μέχρι τώρα δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να συναντήσει κάποιον. Ο τύπος που συζητούσε με τον Σερίφη ήταν σίγουρα τραπεζίτης, αυτό τουλάχιστον φανέρωνε το υπεροπτικό του ύφος και ο τρόπος που «φούσκωνε» με αυτοπεποίθηση την κοιλιά του, και πρόλαβε να ρίξει μερικές διερευνητικές ματιές στον Τζο που με την σειρά του, έκανε το ίδιο. Η ματιά όμως του Τζο έκοβε σα μαχαίρι και ο τραπεζίτης αποφάσισε πως ήταν πιο συνετό να απομακρύνει το βλέμμα του.

Τρεις άνθρωποι κυβερνούσαν τους τελευταίους μήνες αυτόν τον ταλαιπωρημένο τόπο. Βουτηγμένοι στην διαφθορά και την απάτη, έφτιαχναν καζίνο με στημένες ρουλέτες, εξαθλίωναν τους πολίτες με αβάσταχτους φόρους, χάριζαν για ένα κομμάτι ψωμί εκτάσεις και ζώα, συναναστρέφονταν στυγνούς εγκληματίες και πιστολέρο, πωλούσαν νοθευμένο ουίσκι στους Απάτσι για να τους κρατούν πάντα μεθυσμένους άρα ακίνδυνους, και τα βράδια τα έπιναν παρέα με τους υπόλοιπους της Γερουσίας που τα πρωινά υποτίθεται πως τους πολεμούσαν. Οι τρεις τους είχαν έναν αντιπρόσωπο σε αυτή την περιοχή, τον Μπίλι Δε Κιντ, ο οποίος μαζί με τα «τσιράκια» του έκαναν κουμάντο στην πόλη, θησαυρίζοντας. Ο Τζο είχε φθάσει στην πόλη έπειτα από ένα ανώνυμο τηλεγράφημα. Κάποιος του έδινε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να «βγάλει από την μέση» τον Μπιλ και όποιον άλλο μπορούσε από τα τσιράκια του. Εκείνος δέχθηκε αμέσως. Ήταν κυνηγός επικυρηγμένων και δεν χρειαζόταν πάντα «νόμιμη» επικύρηξη για να κυνηγήσει κάποιον. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι ίδιοι οι πολίτες επικυρήττουν αυτόν που τους κάνει την ζωή δύσκολη και βρίσκεται πάνω από το νόμο. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναλάμβανε δουλεία ο Τζο, που σαν τον ξάδερφο του τον Λούκ, «τραβούσε πιστόλι πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο του»!

Υποτίθεται πως θα συναντούσε τον άγνωστο αποστολέα του τηλεγραφήματος σε αυτό το Saloon, μα η ώρα περνούσε και κανείς δεν ερχόταν. Ζήτησε μια ακόμα μπύρα και έκανε αυτό το οποίο προσπαθούσε να αποφύγει όπως ο διάολος το λιβάνι: Κοίταξε την Λόλα! Φορούσε ένα στενό κορσέ που αναδείκνυε τις υπέροχες καμπύλες του κορμιού της και λίκνιζε στον ρυθμό του πιάνου τα πολυπόθητα οπίσθια της. Αυτά τα οπίσθια σε υπνώτιζαν όπως η κόμπρα το θύμα της και για αυτά τα οπίσθια λένε πως κάποτε οι Απάτσι ξέθαψαν το «τσεκούρι του πολέμου» και επιτέθηκαν στην πόλη. Ήταν πριν λίγα χρόνια που η πόλη ανέλαβε να διοργανώσει το «παγκόσμιο ροντέο» με τους κυβερνόντες να κατασπαταλούν το δημόσιο χρήμα, υπερχρεώνοντας ακόμα και τα τρισέγγονα των παιδιών μας! Μέσα στα πλαίσια των δημοσίων σχέσεων και της προώθησης του ροντέο, ο τότε κυβερνήτης (ένας απατεώνας Σιμήτης πολιτικός) συναντήθηκε με τον «Γελαστό Βούβαλο» τον αρχηγό των Απάτσι και διοργάνωσε έναν χορό όπου πρωτοστάτησε η Λόλα με τον θίασο της. Ο «Γελαστός Βούβαλος» εντυπωσιάστηκε με την Λόλα και ζήτησε από τον κυβερνήτη να του την δώσει ως δώρο καλής θέλησης. Η Λόλα αρνήθηκε φυσικά, ξέσπασε καβγάς και οι Ινδιάνοι ξέθαψαν το τσεκούρι του πολέμου. Επιτέθηκαν με μανία στην πόλη καταστρέφοντας τα νέα οικοδομήματα που είχαν στηθεί ειδικά για το ροντέο και καίγοντας την γνωστή αποθήκη του Σαμ όπου κατοικούσε η Λόλα. Το ιππικό όμως (κάτι ξενόφερτοι μισθοφόροι) έφθασε όπως πάντα στην ώρα του, βάζοντας τέλος στα σχέδια του «Γελαστού Βούβαλου». Οι Απάτσι κάπνισαν την «πίπα της ειρήνης» με τον κυβερνήτη, γύρισαν στους κυνηγότοπους τους, οι μισθοφόροι του ιππικού ανταμείφθηκαν πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες τους και η αποθήκη του Σαμ χτίστηκε από την αρχή. Από τότε, αυτοί που κατανοούσαν τον κίνδυνο που κρύβει ο πόθος, αποκαλούσαν την Λόλα «Επικίνδυνη», όνομα που εκείνη υιοθέτησε τελικά στην καλλιτεχνική της πορεία. Η «Επικίνδυνη Λόλα» γνώριζε τεράστια επιτυχία, καίγοντας καρδιές και καταστρέφοντας οικογένειες.

Ο Τζο ένιωσε τη γη να πέφτει κάτω από τα πόδια του, όταν το βλέμμα του συνάντησε αυτό της Λόλας. Τα μάτια της ήταν φλόγες, τα χείλη της ανομολόγητες υποσχέσεις, το κορμί της αδιέξοδος πόθος, τα οπίσθια της το μήλο ( αχλάδι είναι πιο ταιριαστό) του παραδείσου…
«Είσαι έτοιμος;» είπε κάποιος δίπλα του.
Ο Τζο τράβηξε σαν αστραπή το όπλο του, έτοιμος να τιμωρήσει αυτόν που τόλμησε να χαλάσει αυτή την στιγμή, μα στο τέλος έστω και με απίστευτη δυσκολία, συγκρατήθηκε. Δίπλα του στεκόταν ένα παράξενο ανθρωπάκι, με αστεία προφορά και παρουσιαστικό. Είχε φαλάκρα, γκρίζο μουστάκι και ήταν μεθοδικά ντυμένος πρόχειρα, σα να ήθελε να υποδυθεί κάτι που δεν ήταν. Θύμιζε αποτυχημένο σερίφη, άνθρωπο που του στέρησαν μεγάλη εξουσία.
«Σε λίγο θα έρθει ο Μπίλι Δε Κιντ» είπε το ανθρωπάκι. «Αυτή είναι η ώρα που σκάει μύτη. Έχω τα χρήματα… Έχεις την διάθεση;»
«Θα κάνω αυτό για το οποίο ήρθα…» απάντησε ο Τζο στρίβοντας ένα φθηνό τσιγάρο. «…Πρώτα όμως θέλω να μου πεις τον λόγο. Δεν μου αρέσει να μην ξέρω γιατί σκοτώνω…»
«Ο Μπιλ είναι τσιράκι των τριών κυβερνητών που μας έχουν μαυρίσει την ζωή. Αν τον βγάλουμε από την μέση θα χάσουν μεγάλο μέρος της δύναμης που έχουν εδώ. Θα ξεκινήσουμε πρώτα από τα χαμηλά και θα φθάσουμε και στα ψηλά…»
«Δεν μου φαίνεσαι άνθρωπος που έχεις υποφέρει…» είπε ο Τζο και φύσηξε φθηνό κινέζικο καπνό στο πρόσωπο του άνδρα. «Αντιθέτως… Νομίζω πως το θέμα είναι πιο προσωπικό…»
«Δεν έχει σημασία…» είπε το ανθρωπάκι. «Το κάνω για το καλό του λαού. Είμαι καθηγητής και διδάσκω σε μεγάλα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Απλά θέλω να…»
«Σκάσε ανθρωπάκι» είπε απειλητικά ο Τζο χωρίς να υψώσει όμως τον τόνο της φωνής του. «…Σου είπα ότι θα κάνω αυτό που ήρθα να κάνω. Θέλω όμως την αλήθεια…»
Το ανθρωπάκι κόμπιασε… Ήπιε λίγη από την λεμονάδα που είχε παραγγείλει και είπε:
«Αυτοί όλοι τους, αποτελούν κίνδυνο για εμένα. Πέφτουν κεφάλια τον τελευταίο καιρό και φαίνεται πως η δικαιοσύνη αρχίζει να κάνει σωστά το έργο της. Έχω κυβερνήσει και εγώ κάποτε, έχω λερωμένη την φωλιά μου και αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να με καταδικάσουν. Πρέπει να βγουν από την μέση. Ο μεγαλύτερος όμως κίνδυνος αυτή την στιγμή, ο άνθρωπος που μπορεί να με στείλει φυλακή αν κληθεί στο δικαστήριο είναι ο Μπιλ. Δεν μπορώ να το επιτρέψω…»
«Τα λεφτά είναι πολλά…» είπε ο Τζο τελειώνοντας την μπύρα του. «Τα έχεις;»
«Μην ανησυχείς…» είπε χαμογελώντας το ανθρωπάκι. «Λεφτά υπάρχουν…»

Εκείνη τη στιγμή επικράτησε μια ξαφνική όσο και απειλητική σιωπή. Οι πόρτες του Saloon άνοιξαν και μέσα μπήκε ο Μπίλι Δε Κιντ μαζί με δυο τσιράκια του. Κρατούσε μια Remington καραμπίνα και το μεγάλο μεξικάνικο καπέλο του, σκιάζε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Έριξε ένα ντροπαλό βλέμμα γεμάτο επιθυμία στην Λόλα και πλησίασε ένα γεμάτο τραπέζι μπροστά στην σκηνή. Όσοι κάθονταν σε αυτό το τραπέζι παίζοντας πόκερ, δεν περίμεναν να τους μιλήσει. Σηκώθηκαν αμέσως παραχωρώντας του τις θέσεις τους.
Ο Τζο χάιδεψε απαλά το όπλο στην ζώνη του. Η ώρα είχε φθάσει. Ήξερε πως το ανθρωπάκι ήταν ένα κοινό σκουλήκι, όμως τα χρειαζόταν αυτά τα χρήματα. Με την ανεργία να χτυπά κόκκινο, δεν είχε άλλη επιλογή. Αλλά κάποια στιγμή θα ερχόταν και η ώρα του «πελάτη» του. Δεν υπήρχε περίπτωση να του γλυτώσει. Προς το παρόν όμως θα έκανε αυτό που έτσι κι αλλιώς ήθελε να το κάνει. Θα «καθάριζε» τον Μπιλ και θα προσέφερε χιλιάδες χαμόγελα. Και μετά τον Μπιλ θα ακολουθούσαν κι άλλοι. Ένας – ένας θα έπεφταν σαν τα κούτσουρα στη φωτιά. Οι σφαίρες του θα φυτεύονταν στις καρδιές τους, χωρίς οίκτο, χωρίς δισταγμό. Το ανθρωπάκι ήταν ο πελάτης του, όμως ο Τζο γνώριζε καλά πως σε αυτή την υπόθεση πελάτες του ήταν όλοι! Έλαχε σε αυτόν να παίξει τον ρόλο της «θείας δίκης» και τον αποδέχθηκε με προθυμία.
Κάποιοι από τους θαμώνες του saloon αντιλήφθηκαν τι επρόκειτο να συμβεί. Αγανακτισμένοι θαμώνες στο κελί τους! Δεν φοβήθηκαν. Δεν έφυγαν. Παρέμειναν καρφωμένοι στις θέσεις τους, ανυπομονώντας για την κρίσιμή στιγμή. Ελπίδα φώτισε τα πρόσωπα τους. Επιτέλους κάποιος είχε έρθει να δώσει ένα τέλος στον ζυγό. Επιτέλους κάποιος θα «καθάριζε τον τόπο»/ Επιτέλους κάποιος θα τιμωρούσε αυτούς που τόσα χρόνια εγκληματούσαν ανενόχλητοι. Επιτέλους, τέλος!

Ο Τζο χαμογέλασε στον εαυτό του. Το βλέμμα του ήταν πιο φονικό από το Κολτ του! Ένας – ένας… Σαν τα κούτσουρα στην φωτιά… Τα δάχτυλα του τον έτρωγαν από προσμονή, το εξάσφαιρο αδημονούσε να βγει από την θήκη του… Ήταν ο «Τιμωρός» και τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει.

«Θα κεράσεις ένα ποτό καουμπόι;»
Ο Τζο πανικόβλητος αντίκρισε την Λόλα! Ήταν τόσο προσηλωμένος στον στόχο του που δεν αντιλήφθηκε πότε τον πλησίασε. Τα πόδια του έτρεμαν. Η Λόλα έγλειψε τα χείλη της υγραίνοντας τα και τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις.
«Μήπως είναι καλύτερα να πιούμε αλλού το ποτό;» είπε ξανά εκείνη.
Ο Τζο μέθυσε από το άρωμα που ανέδιδαν τα σγουρά μαλλιά της και από τον ρυθμό στον οποίο χόρευε το στήθος της μέσα από τον κορσέ.
«Τζο… Ο Μπιλ είναι εκεί…» είπε το ανθρωπάκι και τον τράβηξε από το χέρι.
Εκείνος αντιστάθηκε εύκολα. Ήταν πολύ δυνατός για να μπορέσει να τον κρατήσει το ανθρωπάκι. Έσκυψε προς το μέρος της.
«Τι έχεις στο νου σου;» την ρώτησε.
«Η αποθήκη του Σαμ ανακαινίστηκε και ο Σαμ λείπει…» απάντησε εκείνη.
«Τζο…» φώναξε το ανθρωπάκι. «Ήρθε η ώρα…»
Η Λόλα στήριξε το κορμί της στο μπαρ, τουρλώνοντας τα υπέροχα οπίσθια της, καταφέρνοντας έτσι και το τελειωτικό χτύπημα. Ο Τζο ήταν πια όμηρος της.
«Τώρα… Τώρα…» είπε το ανθρωπάκι ενώ παράλληλα η Λόλα έκανε τον εαυτό της ακόμα πιο ποθητό.
«Ο Μπιλ είναι μόνος του και…»
Ο Τζο έριξε μια απίστευτα γρήγορη και ξαφνική γροθιά στο ανθρωπάκι, εκσφενδονίζοντας τον 3 μέτρα μακριά. Έπειτα στράφηκε ξανά προς την Λόλα.
«Πάμε…» της είπε.

Τρείς σκιές στο λυκόφως απομακρύνονταν από την πόλη, σε ένα άγριο και έρημο τοπίο γεμάτο κάκτους και βραχώδη όρη. Ο Τζο πάνω στο άλογο του, κρατώντας στην αγκαλιά του το καυτό κορμί της Λόλας με κατεύθυνση τον ορίζοντα όπου ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Θυμήθηκε το μελαγχολικό τραγούδι του ξαδέρφου του και άθελα του το τραγούδησε και εκείνος:
«Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι…»  



4 σχόλια :

  1. ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 'ΑΓΚΑΘΙ', ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΜΑΝΘΟ; ΚΑΤΙ ΜΕ ΘΥΜΙΖΕΙ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σεβαστός και εξαίρετος ο Θανάσης Μάνθος, αλλά το κείμενο είναι δικό μου και κατοχυρωμένο πνευματικά (ηλεκτρονικά), όπως όλα οσα γράφω. Ο παραλληλισμός όσων αναφέρονται δεν είναι τυχαίος (!) και (αν και μέσα απο προσωπικά βιώματα) υπάρχει μια εμφανής αλληγορία, που είναι θεωρώ εύκολο να φανεί. Τα πρόσωπα είναι υπαρκτά και μέσα απο μια ιστορία που εξελίσσεται σε δυο παράληλα σύμπαντα (!),προσπαθώ να περιγράψω με "γλαφυρό" τρόπο μια πραγματικότητα δική μου και μια πραγματικότητα δική μας! Το αντικείμενο του πόθου είναι εμπειρία; Είναι καημός; Μήπως είναι η εξουσία; Οι δυο πρώτες περιπτώσεις θα μπορουσαν να αφορούν μονάχα εμενα, η τρίτη όμως; Αν το αντικείμεμο του πόθου είναι η εξουσία, τότε ποιος είναι ο Τζο;
    Ευχαριστώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συγνώμη, δεν είχα πρόθεση να προσβάλω ή να αμφιβάλω κάτι, είχα ακούσει (νομίζω) από το 'ράδιο Ακρόπολις' στη Θεσσαλονίκη το '87 μία αφήγηση την ιστορία του 'Τζο του Ροχάλα' που εάν θυμάμαι καλά ήταν από το Αγκάθι. Και πάλι συγνλωμη για τα 'νομίζω' και τα 'αν θυμάμαι καλά', η μνήμη μου με απατά...

      Διαγραφή
  3. Δεν προσέβαλες τίποτα και κανέναν. Απλά ανέπτυξα λιγάκι τις σκέψεις μου για να καταλάβεις που βασίζονται οι δικοί μου χαρακτήρες. Ο δικός μου ο Τζο δεν είναι ο "Ροχάλας" και η ιστορία του είναι πιο "καθημερινή". Στο κάτω-κάτω ένα όνομα στην τύχη διάλεξα που να θυμίζει λιγο Western, προς χαρη της δραματικότητας! Θεωρώ πως ο δικός μου ο Τζο κάνει "ΚΡΑ" για το ποιος ακριβώς είναι ή θα μπορούσε να είναι!
    Και μην σε απαςσχολεί κάτι, συζήτηση κάνουμε. Γι' αυτο άΛλωστε υπάρχει και αυτή η φόρμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com