crawl

Somewhere over the rainbow... Θα περιμένω...

koumpia

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Όταν μελαγχολείς είσαι ακόμα πιο όμορφη...


Κάθε τρελό ή επίμονο όνειρο, κάθε υπέροχη στιγμή, ότι αγαπώ, όσα ποθεί η καρδιά μου, είναι η θάλασσα! Πάντα η θάλασσα ήταν…

Η βροχή σταματούσε για λίγο θαρρείς σα να ‘θελε να ξεκουραστεί και μετά από μερικές ανάσες συνέχιζε το μονότονο λυπηρό της τραγούδι. Έτσι όμως ήταν καλύτερα. Δεν υπήρχε κόσμος (ποιος άλλος τρελός θα τολμούσε να βολτάρει στην παραλία με τόση βροχή;) και έτσι η μοναξιά μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερη, απαλλαγμένη από περίεργα βλέμματα και γκριμάτσες απαξίωσης. Το μπλε παρέμενε μπλε, μόνο που τώρα είχε εκείνη τη μελαγχολική απόχρωση που δίνει και ιδιότητα σε αυτό το χρώμα, προσφέροντας άπλετα το έρεισμα που χρειάζεται το μυαλό για να βυθιστεί σε οδυνηρές σκέψεις και ζωντανές αναμνήσεις. Πίσω από την κουρτίνα της βροχής φαινόταν αχνά ένα όνειρο που θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί αν δεν υπήρχαν τόσα μαύρα σύννεφα…
     Ήταν μια παράξενη βροχή… Ήθελε να ξεπλύνει λάθη, παράλληλα όμως, έβρεχε αδικία και πλάνη…


Στην ακροθαλασσιά ένα τσούρμο γλάροι είχαν στήσει το δικό τους πανηγύρι. Ήταν σα να παρακολουθείς μια ευχάριστη σύναξη φωνακλάδων παλιόφιλων που έχουν καταπιαστεί με ένα βαθυστόχαστο θέμα συζήτησης. Θυμάμαι μια τέτοια παρέα… Η παρέα όμως δεν με θυμάται. Κάποιοι γλάροι έκοβαν αμέριμνα βόλτες πάνω από την θάλασσα απολαμβάνοντας το μπλε που επιθυμούσα όσο τίποτε άλλο, και ανάμεσα τους ο Ιωνάθαν, να πετά ελεύθερος έχοντας βρει αυτό που πραγματικά επιθυμεί η καρδιά του, μακριά από πλάνες και υποδείξεις, ζώντας τα όνειρα και όχι τους φόβους του
     Ο Ιωνάθαν, ένα μήνυμα ειλικρίνειας και αγάπης που δεν λήφθηκε ποτέ. Πόσα τέτοια μηνύματα… Είναι πιο εύκολο να γυρίζεις την πλάτη από το να παλεύεις, απλά και μόνο γιατί φοβάσαι μήπως σκοντάψεις πάνω στην αλήθεια. Αλλά θα σκοντάψεις. Όλοι σκοντάφτουμε επάνω της κάποια στιγμή. Και πως θα είσαι αληθινός, πρώτα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους, όταν στρέφεις την πλάτη στα προβλήματα, στις δυσκολίες, στους ανθρώπους που γέμισαν στιγμές την ζωή σου; Ποιον τιμωρείς στην πραγματικότητα; Και γιατί να τιμωρήσεις; Γιατί μερικές φορές επιθυμούμε τον θάνατο αυτών που αγαπούμε; Τι κερδίζουμε; Γιατί φοβόμαστε την ειλικρίνεια, την ζωή, τα λόγια που ψιθυρίζει διστακτικά η καρδιά μας; Δεν μπορείς να θεραπεύσεις τίποτα κάνοντας κακό στον άλλο. Δεν μπορείς να θεραπεύσεις τίποτα όταν ζητάς απαντήσεις σε ότι δεν έκανε ποτέ ερωτήσεις. Άνοιξε τα φτερά σου και τόλμα να ονειρευτείς. Τόλμα να πιστέψεις. Τόλμα να αγαπήσεις.
    Όμορφη, αληθινή και κυρίως ειλικρινής η φωναχτή κουβεντούλα των γλάρων, από αυτές που επιθυμώ τόσο πολύ να κάνω, κοιτάζοντας ένα καθαρό φωτεινό πρόσωπο και όχι μια μάσκα. Δοκίμασα να πω την άποψη μου στους γλάρους, να κουβεντιάσω και εγώ λίγο μαζί τους μήπως και σπάσει η μοναξιά, μα με χλεύασαν και εκείνοι. Βλέπεις αν και τους καταλάβαινα δεν ήξερα την γλώσσα τους. Άλλοι ξέρουν την γλώσσα αλλά δεν καταλαβαίνουν…

Περπάτησα στην μουσκεμένη άμμο αδιαφορώντας για το νερό που εισχωρούσε παγωμένο μέσα στα παπούτσια μου. Η βροχή ξεκινούσε πάλι δυνατά, αλλά δε μ’ ένοιαζε να βραχώ. Ήθελα να βραχώ. Ήθελα το νερό να κυλήσει επάνω μου, να παρασύρει τις σκέψεις μου για να καταλήξουν, που αλλού, στην θάλασσα. Εκείνη τις μονοπωλεί, σε εκείνην ανήκουν! Κάθισα σε ένα βράχο και προσπάθησα να ανάψω ένα βρεγμένο τσιγάρο. Υπήρχε απίστευτη ομορφιά σε όλη αυτή τη «μουντάδα». Ήταν σαν όνειρο μέσα σε όνειρο, ένα μαγικό βράδυ στο Mare Deus που η ηδονή ήταν έρωτας και η θάλασσα παντοτινή αγκαλιά. Τότε που δεν υπήρχαν εμπόδια, δεν υπήρχαν άλλοι, και ότι όφειλε να εκφραστεί εκφραζόταν χωρίς υποβολείς, παρερμηνείες η φόβους. Τότε που τίποτα δεν σκίαζε το πρόσωπο της θάλασσας και έβλεπε αυτό που έπρεπε να δει, αυτό που ήταν πάντα εκεί. Τότε που το φεγγάρι χόρευε ελεύθερο πάνω στα κύματα και τα κύματα δεν έκρυβαν τις ευθύνες τους πίσω από κατηγορίες και λάθη. Μετά ήρθαν οι άλλοι… Η παραλία γέμισε κόσμο, εντάσεις, γνώμες και τόσο δυνατό θόρυβο που κάλυπτε τον ήχο των κυμάτων. Και όταν ο ήχος των κυμάτων δεν ακούγεται, χάνεται η θάλασσα…


Έμεινα αρκετή ώρα πάνω τον βράχο… Μούσκεψαν τα οπίσθια μου και όταν αποφάσισα κάποια στιγμή να σηκωθώ, σκίστηκε και το παντελόνι. Να πω ότι με προβλημάτισε αυτό, ψέματα θα έλεγα. Αλλά δε μπόρεσα να μην βάλω τα γέλια. Μουσκεμένος και με τρύπιο παντελόνι, με την βροχή ολοένα να δυναμώνει και τους γλάρους να με χλευάζουν… Όχι δεν μοιραλάτρησα. Απλά γέλασα. Ήταν αστείο. Όμως, ούτε η βροχή ούτε το τρύπιο παντελόνι και ο βρεγμένος κώλος θα με έπειθαν να αφήσω την θάλασσα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πέσω εκείνη την στιγμή στην αγκαλιά της για να μπορέσω να μείνω για πάντα μαζί της. Διαφορετικά, το πέρασμα στην ανυπαρξία θα έσβηνε το είδωλο μου ακόμα και από τον δικό μου καθρέπτη...
     Ο ήχος των κυμάτων, τώρα που δεν υπήρχε κανένας να τον σκεπάζει, ήταν αποκαλυπτικός. Αυτός που ήταν πάντα. Και έλεγε αλήθειες…

Μαύρα σύννεφα στον ουρανό άγγιζαν απειλητικά την λατρεμένη μου θάλασσα… Απαξίωση και απίστευτες προσβολές. Μίσος και απρόσμενη έχθρα. Πόνος.. Και ξαφνική, βίαιη αποκόλληση απ’ όσα θυμάμαι να ζω. Μα στα αφτιά μου ένα λουλουδάκι λέει ακόμα σε εμένα τις πρώτες του ολοκληρωμένες προτάσεις… Ο νους μου ταξιδεύει διαρκώς σε εκείνη τη νύχτα που σηκωνόμουν κάθε μισή ώρα από το κρεβάτι για να δω αν κοιμόταν ήσυχα, τα χέρια μου παίζουν ακόμα μαζί του, οι ώμοι μου κρατούν ακόμα το γλυκό του βάρος όταν το σήκωσαν ψηλά στην πρώτη του συναυλία, ακούω ακόμα να φωνάζει χαρούμενα «αρκουντίσιον», σκέφτομαι με θλίψη τις βραδιές που έχασα για να του κάνεις παρέα, νιώθω ακόμα την ζηλευτή αγάπη με την οποία την αγκάλιαζες, θάλασσα, και πόνο καθώς απομακρύνεται για πάντα από την μίζερη κακιά «επιρροή»… Πόσα πράγματα αναγκάζεσαι να χάσεις όταν έχεις μάθει να ζεις την ζωή άλλων… Πόσο σκληρό είναι να νιώθεις πως ποτέ δεν υπήρξες…
     Θα μείνει για πάντα αποτυπωμένη στην καρδιά μου εκείνη η μαγική στιγμή όταν πήγα βολτούλα το λουλουδάκι και σταθήκαμε να βγάλουμε αστείες φωτογραφίες μπροστά σε έναν καθρέφτη… Με ρωτούσε ένα σωρό απίθανα μα τόσο αληθινά πράγματα…Απίθανες μα τόσο αληθινές ήταν και οι απαντήσεις μου. Όπως οφείλουν να είναι σε ένα λουλουδάκι. Έτσι κάποια στιγμή του ζήτησα: «αφού δεν φοβάσαι τους Καλικάντζαρους, τότε πρέπει να θυμάσαι να προσέχεις πάντα την Σιντίτα σου γιατί εκείνη, αν και δεν το ξέρει ακόμα, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει πολλούς…». Και εκείνο με κοιτούσε με σοβαρότητα, χωρίς να χαμογελά, σα να καταλάβαινε ακριβώς τι του έλεγα! Ναι, τώρα που το σκέφτομαι ξανά, είχε καταλάβει. Τα παιδιά καταλαβαίνουν πολλά περισσότερα από τους «μεγάλους». Δεν είναι όμως όλες οι καρδιές «ευρύχωρες» και το δηλητήριο όσο ρέει ανενόχλητο θα εισχωρήσει παντού. Έτσι ένα ακόμα «Φ» σβήνει. Η αλήθεια, όσα φαίνονται εκεί που πρέπει να κοιτάξεις και όχι εκεί που οδηγείσαι τυφλωμένος, κρύβεται στις στιγμές. Το Φουνάκι πνίγεται στο δηλητήριο και σβήνει αδικημένο…
    Τα σύννεφα σκεπάζουν την θάλασσα…


Ζωή σαν ζωγραφιά με μολύβι που κάποιος πήρε μια γόμα και άρχισε να σβήνει, να σβήνει, να σβήνει… Μα ότι εξαφανίζεται παραμένει αποτύπωμα σκαλισμένο στο χαρτί γιατί ο ζωγράφος πίεζε με δύναμη το μολύβι. Πως είναι δυνατό μόνο το αποτύπωμα να νιώθει την απώλεια; Πως είναι δυνατό να σβηστεί κάτι που συνυπάρχει με την στιγμή, που χωρίς αυτό η ζωγραφιά δεν είναι ολοκληρωμένη; Η ντουλάπα μου δεν έχει υποδεχθεί ακόμα τα χειμωνιάτικα, μόνο δυο τρεις μπλούζες που φοριούνται εναλλάξ, μα τα καλοκαιρινά που παραμένουν εκεί όπως βγήκαν απ’ την βαλίτσα, μοιάζουν οφθαλμαπάτη, βασανιστήριο, η φρίκη της ζωγραφιάς που αλλάζει. Το αγαπημένο «κουτί διακοπών», αυτό που έχει πάντα μέσα του τα όνειρα της πρώτης φοράς (ένα μπουκάλι οινόπνευμα, φιδάκι και ταμπλέτες για τα κουνούπια, την συσκευή που δήθεν διώχνει τις κατσαρίδες και τα ποντίκια, σουγιά επιβίωσης, φακό, πολύμπριζο, χάρτινο τασάκι για την παραλία, εισιτήρια από κάθε φεστιβάλ, και το cd με τις εκατοντάδες στιγμές σε mp3, πραγματάκια φαινομενικά ασήμαντα μα απίστευτα σημαντικά, που χρησιμοποιήθηκαν και ήθελαν να χρησιμοποιηθούν ξανά όταν δεν υπάρχουν άλλοι που αδυνατούν να τα καταλάβουν…), δείχνει πια σαν ένα κενό χαρτόκουτο, κάτι που δεν έχει πια καμία χρήση…Μα ήταν εκεί, στην ίδια ζωγραφιά, πως ξαφνικά δεν υπάρχει; Κάρτες, ευχές, λόγια, υποσχέσεις… Όποιος κρατά την γόμα δεν σβήνει απλώς, διαγράφει με μανία σκίζοντας τελικά και το χαρτί…

Μου έμαθες ν’ αγαπώ την θάλασσα και εγώ την λάτρεψα. Γιατί η θάλασσα είναι στιγμές, είναι ανησυχίες, είναι φόβοι, είναι αγάπη, είναι πόθος… Είναι αγκαλιά, είναι φιλί, είναι το βλέμμα σου, είναι οι αμφιβολίες σου, οι ανασφάλειες σου, είναι ένας ολόκληρος κόσμος που δημιουργήθηκε βήμα-βήμα, που υπήρξε και υπάρχει ακόμα. Η θάλασσα είναι ζωγραφιά σε έναν καμβά από όνειρα που τίποτα δεν μπορεί να σβήσει. Η θάλασσα είναι η αλήθεια… 
     Θυμάμαι εκείνον τον παππού στο Ηραίον… Εκείνον τον κακομοίρη ψαρά, εκείνη την μελαγχολική ύπαρξη που έμοιαζε τόσο με μαγική ζωγραφιά. Η αγαπημένη σου εικόνα. Πόσες φορές μιλήσαμε γι’ αυτόν… Εικόνα θλίψης, μοναξιάς, πόνου μα και ομορφιάς και απίστευτης αγάπης. Ο παππούς που αναγκάστηκε να χάσει την λατρεμένη του θάλασσα, που στερήθηκε ξαφνικά και άδικα ότι έδινε νόημα στην δύσκολη ζωή του. Πόσο πολύ ήθελε να την αγκαλιάσει ξανά, πόσο πολύ την ποθούσε… Εκεί δεν ήταν συνέχεια μέχρι να φύγει οριστικά; Εκεί ήταν, κάθε μέρα. Εκεί, καθισμένος στο βραχάκι η δίπλα στην βαρκούλα του και την κοιτούσε αδιάκοπα με θλίψη μα και τόση λαχτάρα… Με αυτόν τον καημό έφυγε. Μόνος, θλιμμένος, γεμάτος πόθο και αγάπη, τόσο κοντά και αφόρητα μακριά από την αγαπημένη του θάλασσα…
     Τώρα καταλαβαίνουμε πως ένιωθε αυτός ο παππούλης…


Λένε πως το αληθινό πρόσωπο ενός ανθρώπου δεν θα το δεις την πρωτη φορά που θα το αντικρίσεις,  αλλά την τελευταία… Τι αντικρίσαμε την τελευταία φορά που κοιταχτήκαμε; Τι αντικρίζουμε κάθε νύχτα πριν πέσουμε για ύπνο, είτε απέναντι μας είτε στον καθρέπτη μας; Τι λείπει από την ψυχή μας όταν γύρω υπάρχει μονάχα σκοτάδι; Σε ποιες μυστικές κρυψώνες της καρδιάς μας κρύβεται η αλήθεια; Ποιος κρατά την γόμα; Γιατί την κρατά;
     Μην λες ποτέ τι λένε οι άλλοι για κάποιον, αλλά να αναρωτιέσαι γιατί δεν έχουν κανένα πρόβλημα να το πούνε μπροστά σου… Ποιος μπορεί να ξέρει κάτι, οτιδήποτε, όταν δεν είναι αυτός που τον αφορά αυτό το κάτι; Τι αξίζει αυτός που ακούει άλλους για πράγματα και ανθρώπους που τον αφορούν και τι αξία έχουν αυτοί που είναι πρόθυμοι να δώσουν αυτές τις απαντήσεις; Γιατί δεν καταλαβαίνεις ποιοι είναι οι υποκριτές; Ποιος γνωρίζει καλύτερα την θάλασσα από αυτόν που επιθυμεί καθημερινά την αγκαλιά της; Τι αντικρίζουμε ο καθένας μας ξεχωριστά όταν κοιτάζουμε την θάλασσα; Είναι καλό να υπάρχει κάποιος που σε κάνει χαρούμενο, αλλά ποιος είναι αλήθεια αυτός που σε κάνει δυστυχισμένο; Να είσαι κοντά σε αυτόν που σε κάνει χαρούμενο, αλλά πιο κοντά σε αυτόν που δε μπορεί να είναι χαρούμενος μακριά σου. Η ευτυχία δεν είναι πλάνη, δεν την αναζητάς… την αποκτάς! Η χαρά και η ευτυχία, όλες οι απαντήσεις και όλη η αλήθεια, είναι η θάλασσα…

Με μουσκεμένα οπίσθια και τρύπιο παντελόνι, με τη μοναξιά να καρφώνει θανάσιμες λεπίδες στην καρδιά μου και με τα σύννεφα πιο σκοτεινά και απειλητικά από ποτέ, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, επισκέφθηκα ξανά την θάλασσα. Έχει πάντα ένα πρόσωπο, είτε το βλέπεις για πρώτη είτε για τελευταία φορά, και όσο κι αν με πονάει δε μπορώ να μην την αναζητήσω. Κάθε κύμα που χαϊδεύει ερωτικά την αμμουδιά είναι ένα άγγιγμα που μ’ έχει στοιχειώσει, είναι επιθυμία, είναι ανάγκη. Είναι το μπλε που αγάπησα, το μπλε που ποθώ, το μπλε που πιστεύω, το μπλε της αλήθειας. Και ο ήχος των κυμάτων, χωρίς παρεμβολές, χωρίς συμβουλές, χωρίς πλάνες και αδικία, ο ήχος της θάλασσας που ξυπνά θύμησες και αποκαλύπτει, είναι αυτό που πρέπει να ακούσεις. Αυτό που θέλεις ν’ ακούσεις…


Ήσουν μελαγχολική σήμερα θάλασσα μου. Ίσως να σε πονούσαν τα σκοτεινά σύννεφα που πάσχιζαν με βία να σε τυλίξουν στην παγερή αγκαλιά τους, πως να ξέρω; Το μόνο που ξέρω είναι πως ήσουν πανέμορφη. Πάντα λατρεμένη, πάντα ποθητή όπως την πρώτη φορά που σε άγγιξα. Φαινόσουν κρύα και επιθετική, όμως το ξέρω, αν βουτούσα ξανά στην αγκαλιά σου θα έβρισκα ζέστη, θα ένιωθα αγάπη. Έτσι σε γνώρισα, έτσι σε έμαθα, έτσι πρέπει να μείνεις για πάντα. Χωρίς την θάλασσα, δεν υπάρχει ζωή…
     Ήσουν μελαγχολική, όπως μερικές φορές είσαι όταν ταράζεσαι από ανασφάλειες και μαύρες σκέψεις. Μελαγχολική όπως δείχνεις μερικές φορές όταν κοιμάσαι τη νύχτα, λίγες στιγμές προτού ο ήλιος φωτίσει το πρόσωπο σου σε ένα γλυκό χαμόγελο. Μελαγχολική όπως την πρώτη φορά που δόθηκες αλλά η αμφιβολία σκίασε το υπέροχο πρόσωπο σου. Μα μην ανησυχείς. Μερικές φορές όταν μελαγχολείς, δείχνεις όπως είσαι, δείχνεις αληθινή. Και όταν μελαγχολείς είσαι ακόμα πιο όμορφη…

Notis 2/2018



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com