crawl

Somewhere over the rainbow...

koumpia

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Ο τύπος στον καθρέφτη

διήγημα...

Το πρόσωπο που με κοίταζε μέσα από τον καθρέπτη όφειλε να είναι το δικό μου, όμως εγώ δεν με θυμόμουν έτσι. Ήταν κάποιος άλλος! Είχαμε βέβαια κάποια κοινά χαρακτηριστικά, εγώ και ο τύπος στον καθρέφτη, αλλά επειδή μου έμοιαζε αυτό δεν σήμαινε πως είχε το δικαίωμα να προσποιείται πως είναι εγώ. Ήμουν σίγουρος πως έβλεπε στο βλέμμα μου πως δεν υπήρχε περίπτωση να με κοροϊδέψει και θα έφευγα αμέσως αφήνοντας τον σαφώς απογοητευμένο, μα κάτι με κράτησε καρφωμένο στην θέση μου, ίσως εκείνο το παράπονο στα μάτια του που προκαλούσε τον οίκτο μου και με ανάγκαζε να μην αποφύγω την συζήτηση…

«Γιατί είσαι τόσο θλιμμένος;» τον ρώτησα και άναψα ένα τσιγάρο για να προσποιηθώ τον άνετο, ενώ στην πραγματικότητα έψαχνα τρόπο να αποβάλλω το άγχος. Αυτό που με εκνεύρισε απίστευτα ήταν πως και αυτός έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν είχα καμία όρεξη να παίξω αυτό το παιχνίδι. Αποφάσισα να κουβεντιάσω μαζί του καθαρά από οίκτο, επειδή τον λυπήθηκα που έδειχνε τόσο μόνος και απογοητευμένος, αν όμως συνέχιζε αυτό το τροπάρι δεν θα είχαμε καλά ξεμπερδέματα.
Τραβήξαμε ταυτόχρονα μια τζούρα και κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο κατάματα. Ένιωθα πως ήταν πολλά αυτά που ήθελε να πει, σκέψεις που τον βάραιναν αφόρητα και που ποτέ δεν κατάφερε να εξωτερικεύσει, όμως αυτή μπορεί να ήταν η παγίδα στην οποία προσπαθούσε να με παρασύρει: χωρίς να απαντά, να υποθέτω την απάντηση του. Αυτό να ξέρεις είναι ένα πονηρό τέχνασμα στο οποίο κάποιοι ιδιαίτερα χαρισματικοί άνθρωποι καταφεύγουν όταν τα βρίσκουν σκούρα. Δεν γνώριζα κατά πόσο χαρισματικός ήταν ο τύπος απέναντι μου, αλλά έτσι τον έκοβα. Δεν έπρεπε να τον άφηνα να πάρει το πάνω χέρι γιατί θα το έχανα το παιχνίδι πριν καν ξεκινήσει. Ο σωστός προπονητής σχεδιάζει την τακτική του πριν ξεκινήσει ο αγώνας, όμως την διαφοροποιεί ανάλογα με τις συνθήκες του παιχνιδιού. 
«Υπάρχει μια ολοφάνερη απογοήτευση στο πρόσωπο σου…» του είπα, «…αλλά να ξέρεις πως δεν πρόκειται να σε λυπηθώ. Και κόψε σε παρακαλώ, την ειρωνεία…»

Με κοιτούσε ειρωνικά. Είχε αυτή την έκφραση που παίρνει κάποιος όταν του ζητάς να σου εξηγήσει κάτι και κείνος δεν το κάνει υποθέτοντας πως δεν πρόκειται να καταλάβεις. Καλά, με ποιον νόμιζε πως είχε να κάνει; Παρέμεινα στην θέση μου καθαρά από οίκτο και όχι γιατί γούσταρα την παρέα του. Δεν φτάνει που είχε εισβάλλει έτσι ξαφνικά στον καθρέφτη μου, είχε και το θράσος να με ειρωνεύεται. Θέλησα να του επιτεθώ. Αρχικά μόνο φραστικά αλλά αν επιθυμούσε να το τραβήξει πιο μακριά δεν θα είχα κανένα πρόβλημα. Τον τελευταίο καιρό η οργή κοχλάζει μέσα μου σαν λάβα ηφαιστείου που μετρά αντίστροφα για την ώρα της έκρηξης, με δυσκολία πραγματικά την συγκρατώ και δεν θέλω πολύ για να ξεσπάσω. Ίσως μάλιστα μερικές φορές αποζητώ μια τόση δα αφορμή ώστε επιτέλους να εκραγώ. Ένα επικίνδυνο για άλλους, δικό μου ξαλάφρωμα.

«Πίστεψε με, δεν σε συμφέρει καθόλου να με προκαλείς με αυτό τον τρόπο…» του είπα χαμογελώντας περιφρονητικά, με το ύφος που θα είχε ο Ζαμπίδης αν του πουλούσαν τσαμπουκά! «…δεν μπορείς να φανταστείς πόσα πράγματα βασανίζουν το μυαλό μου. Δεν θα ήθελες να προστεθείς σε αυτά…» συμπλήρωσα με τα ίδιο πάντα ύφος. Ο τύπος όμως συνέχισε να με εκνευρίζει, γιατί μιμήθηκε και πάλι το ύφος μου! Για να είμαι ειλικρινής ανησύχησα λίγο. Τελικά δεν ήταν εύκολος αντίπαλος. Ίσως έπρεπε να κόψω το ύφος Ζαμπίδη και να τον «μετρήσω» με περισσότερη προσοχή για να μην βρεθώ προ εκπλήξεως. Αλλά καθώς έψαχνα τρόπο να υποχωρήσω χωρίς να αποκαλύψω την δειλία μου, πρόσεξα πως ευτυχώς, υποχωρούσε και εκείνος. Και να πάλι το σκοτάδι στο βλέμμα του, η απογοήτευση στο πρόσωπο του, η θλίψη που το βάρος της τον ανάγκαζε να κρεμάει τους ώμους του, η κούραση που άσπριζε τις τρίχες στα γένια του. Για μια στιγμή έστρεψε μακριά το βλέμμα του και τότε μου αποκάλυψε πως δεν ζητούσε τον οίκτο μου, αλλά κατανόηση. Ίσως και αυτό να ήταν ένα ακόμα τέχνασμα του, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, ανέκαθεν θεωρούσα πως πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι σε αγνώστους. Δεν έπρεπε να επιτρέψω να με επηρεάσει.

«Τι θέλεις;» τον ρώτησα.
Συνειδητοποίησα πως κάθε φορά που του μιλούσα δεν τον κοιτούσα στα μάτια (πρόβλημα που έχω από μικρός και που σύμφωνα με τον πατέρα μου στάθηκε εμπόδιο στο να πάω μπροστά), μα όταν γύριζα να τον κοιτάξω, τα δικά του μάτια παρέμεναν επίμονα καρφωμένα στα δικά μου. Ένιωθα άβολα. Ίσως γιατί κοιτάζοντας με έτσι, ένιωθα πως μπορούσε να δει βαθιά στην ψυχή μου, ίσως γιατί κοιτάζοντας εγώ τα μάτια του, μπορούσα να διακρίνω όσα ήθελε να πει και κανείς δεν άκουγε. Σαν εκείνο το τραγούδι των Διάφανων Κρίνων που λέει: «Δεν υπάρχει ομορφιά, παρά μόνο στο βλέμμα που την φρίκη κοιτάει κι όμως αντέχει…».  Εγώ δεν άντεχα την δική του φρίκη, εκείνος άντεχε την δική μου. Υπέθεσα πως πολλοί σαν εμένα δεν μπορούσαν και δεν ήθελαν να αντέξουν την φρίκη του η τουλάχιστον να την κατανοήσουν, και ίσως αυτό ήταν η αιτία της απογοήτευσης του. Ίσως γι’ αυτό υπήρχε ομορφιά στο δικό του βλέμμα και όχι στο δικό μου. Αυτή ήταν όντως μια αλλόκοτη στιγμή ανάμεσα μας και ευχόμουν να μην κρατούσε πολύ.

Μετάνιωσα που είχα σκεφτεί να κοιτάξω τον καθρέφτη μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Πως μου είχε έρθει να κάνω κάτι τέτοιο; Ήταν αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα που με κατατρέχει ορισμένες φορές, δεν μπορώ να το προσδιορίσω η να το εξηγήσω, που με οδηγεί να ψάχνω τρόπους να επιβεβαιώσω την ύπαρξη μου. Πίστεψα πως ένας τρόπος να το κάνω αυτό ήταν το να με αντικρίσω στον καθρέφτη, έτσι θα ήξερα πως όντως είμαι εδώ. Αντί για εμένα όμως είδα αυτόν τον άγνωστο, που εκτός από το να με βασανίζει βραδιάτικα, έβαζε και σε αμφισβήτηση την ύπαρξη μου. Ποιος είμαι; Που είμαι;

«Τι θέλεις;» ρώτησα ξανά χωρίς να μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου. Εκείνος προτίμησε και πάλι να μιλήσει με τα μάτια του, και όσα αποκάλυψε φανέρωναν πόνο. Είδα έναν άνθρωπο που επιθυμούσε να τον καταλάβεις, να τον κοιτάξεις με προσοχή και να συνειδητοποιήσεις την μοναξιά του. Έδειχνε σαν κάποιος που είχε χάσει πολλά, και φοβόταν πως θα χάσει και όσα του είχαν απομείνει. Η σιωπή του ήταν ο φόβος της αλήθειας, εκείνα που δεν θέλεις να δεις στον άλλο για να μην ταραχτεί η ζωή σου. Όλα αυτά με έκαναν να αναρωτιέμαι… Γιατί κανείς δεν τον άκουγε; Γιατί κανείς δεν προσπαθούσε να τον καταλάβει; Γιατί είμαστε πάντα τόσο κλεισμένοι στην προσωπική μας πραγματικότητα επιθυμώντας μονάχα αυτό που μας συμφέρει, αυτό που μας βολεύει, αυτό που πιστεύουμε ότι μας κάνει αρεστούς ενώ δεν είμαστε; Το βλέμμα του τύπου στον καθρέφτη, ήταν μια κοινωνική συνειδητοποίηση, η μοναξιά που φέρνει η αλήθεια σε αυτούς που δεν θέλουν να την αποδεχθούν, όλα όσα συναντώ μεγαλώνοντας στους ανθρώπους και προκαλούν την αποστροφή μου. Χαιρέκακοι υποκριτές που κατοικούν σαν παράσιτα επάνω μου και φεύγουν μόλις τελειώσει η τροφή. Μοχθηρά βαμπίρ που απομυζούν λαίμαργα συμφέρον, ψέματα και προσωπική ικανοποίηση.

«Σε καταλαβαίνω…» του είπα.
Ήταν τρομερό. Τα μάτια του μου αποκάλυπταν την αλήθεια που ζω τόσα χρόνια και προσπαθώ μάταια να αποφύγω. Τα πάθη, τις έχθρες, την υποκρισία, την απόγνωση, τους φόβους, το ψέμα… Πύρινες λέξεις που εκτοξεύονταν από τα μάτια του σαν εκείνες τις βόμβες που θερίζουν αμάχους προκαλώντας μονάχα καταστροφή. Ποιος ήταν αυτός; Τι έκανε μέσα στον καθρέπτη; Γιατί βρέθηκε εκεί; Τι του είχαν κάνει; Τι τον περίμενε μετά; Ήρωας του Κάφκα με τις ενοχές του Ντοστογιέφσκι, ο βασανισμένος χαρακτήρας αρχαίας τραγωδίας, μα και κάτι ακόμη περισσότερο που μου προκαλούσε αμηχανία. Αμηχανία και ανησυχία. Ακόμα και φόβο. Κάτι άλλο υπήρχε εκεί που έπρεπε να ανακαλύψω σύντομα γιατί το ένιωθα να με απειλεί. Ήταν η συνειδητοποίηση πως διάβαζα την αλήθεια μου στο βλέμμα του ή κάτι πιο σκοτεινό που πάσχιζε να με αφοπλίσει πριν επιτεθεί; Οι αισθήσεις μου ήταν σε εγρήγορση μα τα πόδια μου έτρεμαν και η καρδιά μου χτυπούσε σε έναν φρενήρη ρυθμό. Τι ήταν αυτό που δεν μπορούσα να αντέξω; Αποκάλυψη, απειλή ή και τα δυο μαζί;

Ξάφνου θυμήθηκα…
Δεν είναι παράξενο πως μια κουβέντα που μπορεί να έχει ειπωθεί πριν αμέτρητα χρόνια, επιστρέφει στην μνήμη σου την κατάλληλη πάντα, στιγμή; Η κουβέντα που θυμήθηκα και με συγκλόνισε βίαια, ανήκε στην κυρία Χαρά, την δασκάλα μου στην δευτέρα δημοτικού, μια δασκάλα που αγαπούσαν υπερβολικά οι γονείς και την φοβόντουσαν τα παιδιά. Καλή γυναίκα (απ’ όσο θυμάμαι), μα ο τρόπος που πάντρευε τις χριστιανικές παραδόσεις με την διδασκαλία, ήταν κάπως ανορθόδοξος. Άσε που μας βαρούσε κιόλας. Είχε αυτή την μακριά ξύλινη βέργα και σαν έκανες φασαρία σε πλησίαζε κουνώντας την απειλητικά, σου ζητούσε να ανοίξεις την παλάμη σου ρωτώντας «Ξυδάτη ή Λαδάτη;» και όσες φορές κι αν απαντούσες «Λαδάτη» ήταν η Ξυδάτη αυτή που σε έβρισκε πάντα! Η κυρία Χαρά μας είχε πει τότε (σε παιδιά 7 ετών!) πως δεν πρέπει ποτέ να κοιτάμε τον καθρέφτη μετά τα μεσάνυχτα, γιατί αυτό που θα δούμε δεν είναι το είδωλο μας, αλλά ο ίδιος ο Διάολος! Έτσι λοιπόν εξηγούνταν όλα. Δεν είχε σημασία που σαν παιδί έτρεμα να σηκωθώ για κατούρημα μετά τα μεσάνυχτα (μα γιατί πρέπει να υπάρχουν καθρέπτες στα μπάνια;), γιατί τώρα, αυτή η στερνή γνώση, μου αποκάλυπτε την φριχτή αλήθεια. Ο τύπος στον καθρέφτη, ήταν ο διάολος!

Δεν του είπα κάτι, δεν μίλησα ξανά. Κατάφερα με δυσκολία να τραβήξω το βλέμμα μου από πάνω του και με ακόμη περισσότερη δυσκολία, έκανα μεταβολή. Είπα από μέσα μου μερικές βιαστικές προσευχές και με αργά βήματα απομακρύνθηκα από τον καθρέπτη. Προσπαθούσα να υποκριθώ τον ψύχραιμο, δεν ξέρω αν τα κατάφερα, έφτασα όμως μετά από αιώνες στον απέναντι τοίχο και πάτησα τον διακόπτη για να σβήσει το φως. Τρέμοντας σαν το παγιδευμένο έντομο στον ιστό της αράχνης, έστρεψα πίσω το κεφάλι μου. Ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Ο καθρέφτης ήταν πιο σκοτεινός από την ίδια τη ζωή μου, έρημος και ακατοίκητος. Ο Διάβολος θέλησε να με ξεγελάσει χρησιμοποιώντας σαν όπλα τα συναισθήματα μου. Οίκτος, κατανόηση, ανησυχία, θλίψη, ενδιαφέρον… Όμως τελικά, του απάντησα όπως έπρεπε. Την ίδια απάντηση της οποίας είμαι αποδέκτης τα τελευταία χρόνια. Και όπως οι περισσότεροι γύρω μου, έτσι κι εγώ, κατάφερα να στρέψω την πλάτη μου στον διάολο. Μπορούσα με υπερηφάνεια να προσθέσω άλλη μια νίκη στο ενεργητικό μου…
(Notis, 21/10/2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com