crawl

Somewhere over the rainbow...

koumpia

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Ο Καλικάντζαρος


Κρυφά και δισταχτικά –στα μουλωχτά όπως λέμε- ο Φατσάκης ο Καλικάντζαρος, βγήκε από την σκοτεινή σπηλιά του –την βυθισμένη στην σκόνη του χρόνου- και κίνησε για ένα ακόμη σιωπηλό σεργιάνι στον κόσμο…

Αν και ήταν παραμονή Χριστουγέννων, ο Φατσάκης δεν χρειαζόταν τα Χριστούγεννα για να κάνει τις σκανταλιές και τα λάθη του – αυτός τα έκανε αυτά όλο τον χρόνο! Πολύχρωμα λαμπάκια αναβόσβηναν όνειρα κι ελπίδες στα στολισμένα δέντρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών, και βιαστικοί άνθρωποι έκαναν τις τελευταίες τους προετοιμασίες για να διασκεδάσουν η να θρηνήσουν την «Άγια νύχτα». Ευχές είτε μέσα από την καρδιά είτε από υποχρέωση, ανυπομονούσαν να ειπωθούν. Ευχές αληθινές που ψιθιρίζονται γιατί νιώθουν πόσο εύθραυστες είναι και ευχές υποκριτικές που βροντοφωνάζονται περισσότερο για να ακουστούν παρά για να εννοηθούν. Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή των αντιθέσεων.

Ο Φατσάκης γενικά περνούσε απαρατήρητος -ήταν φορές που ένιωθε φάντασμα- φρόντιζε όμως να είναι προσεχτικός γιατί δεν ήθελε να τον βλέπουν. Για τον κόσμο ήταν ένα τέρας, μια μισητή ύπαρξη ανάξια οίκτου, κατανόησης, αγάπης. Ήταν ένα διαβολικό πλάσμα, που έκανε αστεία, έτρωγε το φαί τους, κοιμόταν στα κρεβάτια τους, μαγάριζε το σπίτι τους. Ένα μίζερο, σκοτεινό ον. Τον φοβούνταν, τον έδιωχναν, τον πολεμούσαν. Εκείνος δεν ένιωθε έτσι, αλλά ποιος ρωτά ποτέ ένα Καλικάντζαρο πως νιώθει;

Ο Φατσάκης αγαπούσε τα Χριστούγεννα. Του άρεσε να κάνει πλάκες, να τραγουδάει, να λέει ιστορίες, να στολίζει το δέντρο και να κάνει βόλτες χαζεύοντας τα γιορτινά σπίτια. Έφτιαχνε γλυκά σε όσους αγαπά (με αδυναμία στα σοκολατένια μελομακάρονα) και έκανε δωράκια που δεν άντεχε να είναι ακριβά, άντεχε όμως να τα προσφέρει με αγάπη. Δεν είχε τον τρόπο (ίσως από άμυνα ίσως από αμηχανία) να εκφράζει με λέξεις τα αισθήματα του, όμως φρόντιζε πάντα να τα αποδεικνύει με πράξεις. Τα δώρα που έπαιρνε (ιδιαίτερα αυτά τα μικρά τα γεμάτα αλήθεια), αν και δεν εξέφραζε με θόρυβο την ευγνωμοσύνη του, τα λάτρευε, τα στόλιζε στην σπηλιά του και δεν τα έκρυβε ποτέ (η σπηλιά του ήταν μια πραγματική αποθήκη στιγμών). Ήταν δύστροπος (αλλά δύστροπος δεν είναι αυτός που θέλει να προσφέρει και δεν μπορεί;) μα ήταν και αληθινός και ειλικρινής. Έτσι ήταν πάντα. Όπως εσύ είσαι αυτό που είσαι…

Τελευταία όμως τα Χριστούγεννα τον πονούσαν. Πολλές απώλειες, πολλές απουσίες, καθόλου σκανταλιές, ελάχιστη χαρά. Και από δίπλα η μοναξιά, να σε τυλίγει στην σκοτεινή αγκαλιά της, να προσπαθεί να σε μετατρέψει σε αγρίμι. Ήταν ένας ευαίσθητος και πολύ συναισθηματικός Καλικάντζαρος αλλά αυτό αντί να τον ανεβάζει στα μάτια των άλλων, τον υποβίβαζε στην εκτίμηση τους. Λένε πως στο τέλος είναι σχεδόν αδύνατο να μην γίνεις αυτό που πιστεύουν πως είσαι. Και κάποια στιγμή ο Φατσάκης αντί για τα παλιά και πολυφορεμένα ρούχα του, άρχισε να ντύνεται την εικόνα που είχαν σχηματίσει γι’ αυτόν. Και κυκλοφορούσε φορώντας ένα καπέλο που το κατέβαζε χαμηλά στα μάτια για να κρύβει το πρόσωπο του. Γιατί ήταν ένα πρόσωπο τέρατος. Ήταν ένα μίζερο και σκοτεινό πρόσωπο. Ήταν ένα πρόσωπο ανάξιο κατανόησης και αγάπης. Ήταν Καλικάντζαρος…

Παραμονή Χριστουγέννων και ο Φατσάκης, βιώνοντας στο μυαλό και την καρδιά του όσα ποτέ δεν σταμάτησε να λατρεύει, υποκινούμενος από την πιο αγαπημένη συνήθεια και πλημμυρισμένος από την ανάγκη να υπάρξει, κίνησε για την καθιερωμένη βόλτα του. Με πόδια αδύναμα από μια κούραση που δεν την καταλάβαινε αλλά τον κατέτρωγε, με παλάμες ιδρωμένες που τις έσφιγγε χωρίς να το προσέχει σε μικρά «χουφτάκια», με μάτια βαριά που τα κύκλωνε ένα ύπουλο σκοτάδι και με ψυχή στοιχειωμένη από κατηγόριες και αναμνήσεις, αποφάσισε να βγει από την σπηλιά του. Ήθελε να δει λίγο φως και προ πάντων, να βρεθεί ξανά με όσους αγαπούσε…

Έκανε μια μεγάλη βόλτα, κρυμμένος πάντα κάτω από το καπέλο του, για να μην βλέπει ο κόσμος το τέρας…

Σε ένα δρόμο, είδε ανθρώπους να πηγαινοέρχονται μιλώντας επιδεικτικά φωναχτά και κρατώντας δεκάδες παραφορτωμένες σακούλες με ρούχα, παιχνίδια και φαγητά να περνούν αδιάφορα μπροστά από μια κουρελιασμένη «σκιά», τυλιγμένη με φθαρμένες κουβέρτες και ξαπλωμένη στο υγρό από την βροχή, πεζοδρόμιο. Σε εκείνη την γωνιά η «σκιά» είχε τοποθετήσει την «κρεβατοκάμαρα» της. Κανείς δεν έδινε σημασία στην σκιά, και συχνά οι παραφορτωμένες σακούλες τους χτυπούσαν πάνω στο κεφάλι της. Ο Φατσάκης έβγαλε από την τσέπη του το ταλαιπωρημένο και πάντα αδειανό πορτοφόλι του, ανακάλυψε ένα νόμισμα και το άφησε βιαστικά σε ένα πλαστικό ποτήρι που είχε μπροστά στο «κρεβάτι» της η «σκιά». Η «σκιά» κάτι του είπε, μα εκείνος απομακρύνθηκε για να μην δει πως ήταν Καλικάντζαρος…

Πιο κάτω είδε κάποιον να στέκεται αμήχανα μπροστά σε μια βιτρίνα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις τσέπες και το πορτοφόλι του. Φαίνεται πως ζύγιζε το βάρος της αξίας των επιθυμιών του και η ζυγαριά έγερνε προς το «δεν γίνεται». Συνέχισε να ψάχνει στις τσέπες του λες και με κάποιο μαγικό τρόπο αυτές μπορεί να γέμιζαν, όμως το θαύμα δεν έγινε. Πόσο δυστυχισμένος έδειχνε. Πόσο τον καταλάβαινε ο Φατσάκης. Και δάκρυσε. Έφυγε όμως πάλι βιαστικά γιατί ακόμα και δακρυσμένος, παρέμενε Καλικάντζαρος…  
    Στον δρόμο έβλεπε διαρκώς πρόσωπα με λαμπερά χαμόγελα και σκυφτούς διαβάτες που έτρεμαν να σηκώσουν το βλέμμα για να μην τυφλωθούν από την λάμψη εκείνων των χαμόγελων.

Πήγε σε μια εκκλησία. Σκέφτηκε να ανάψει ένα κεράκι (τον τελευταίο καιρό έψαχνε κάποιον να μιλήσει και καθώς κανένας δεν βρισκόταν, ο Θεός – που ποτέ δεν διαμαρτυρόταν- έπρεπε να υποστεί αυτό το «μαρτύριο), μα το τελευταίο του νόμισμα το είχε δώσει στην «σκιά». Είδε κάποιους να βγάζουν από το πορτοφόλι τους ολόκληρα χαρτονομίσματα, να αγοράζουν εκείνα τα μεγάλα κεριά και έπειτα, σπρώχνοντας υποτιμητικά μια ηλικιωμένη κυρία που πουλούσε χαρτομάντιλα, να κάνουν αγώνα ταχύτητας για το ποιος θα τα τοποθετήσει πρώτος. Η ηλικιωμένη, έκανε στην άκρη για να αποφύγει τις σπρωξιές τους. Έδειχνε απεγνωσμένη και γεμάτη ντροπή. Ο Φατσάκης σκέφτηκε πως εκεί υπήρχε όντως ντροπή αλλά όχι προς την μεριά της ηλικιωμένης. Έφυγε όμως χωρίς να πει κάτι. Πώς να έλεγε; Ήταν Καλικάντζαρος.

Είδε κάτι μοναχικά «ερείπια» καθισμένα σε παγκάκια να χαμογελούν χωρίς ίχνος φθόνου με την χαρά των άλλων και όταν κανείς δεν τους άκουγε, να προσεύχονται αυτή η χαρά να μεταδοθεί και σε άλλους. Κι εκείνος προσευχόταν τις νύχτες για το καλό των άλλων, έστω κι αν οι προσευχές ενός Καλικάντζαρου δεν έχουν την ίδια αξία. Μα είδε και κάτι κουστουμαρισμένα ανδρείκελα, με γραβάτες που ανέμιζαν σα να ‘θελαν ν’ αποδράσουν από τους λαιμούς τους, να κοιτάζουν με περιφρόνηση τα καθισμένα στα παγκάκια «ερείπια» και όταν κανείς δεν τους άκουγε, να προσεύχονται κάποιος επιτέλους να τα κατεδαφίσει. Εκείνος δεν μπόρεσε ποτέ να ευχηθεί το κακό κάποιου άλλου. Αλλά ήταν Καλικάντζαρος και αυτό συνεπάγεται πως ήταν κακός…

Σε έναν χώρο που θύμιζε χωματερή, είδε πρόχειρες καλύβες κατασκευασμένες από χιλιομπαλωμένα πανιά και χαρτόκουτα. Μπροστά σε αυτές τις καλύβες κάθονταν ακίνητα κάτι παιδάκια με βρώμικα πρόσωπα μα πεντακάθαρα βλέμματα και κοίταζαν με απορία και τρόμο ανθρώπους με πεντακάθαρα πρόσωπα μα βρώμικα βλέμματα, να τα βρίζουν, να τα μισούν, να τα διώχνουν. Οι άνθρωποι μισούν τα θύματα και επευφημούν τους θύτες, όταν όμως υπάρχουν τέτοια παιδιά στον κόσμο, κόσμος δεν υπάρχει. Αλλά τι ήξερε αυτός; Ήταν ένας Καλικάντζαρος…

Η ώρα περνούσε και η ανάγκη να βρεθεί –έστω νοητά, έστω κρυφά- με όσους αγαπούσε, ήταν επιτακτική, όμως η «γιορτή των αντιθέσεων», κάτι που είχε χάσει κάθε νόημα από όποια σκοπιά η πίστη κι αν το έβλεπες, τον μάγευε. Ήθελε κι άλλο. Έκρυβε στο καπέλο το πρόσωπο του, όμως η θλίψη του ήταν ορατή και τραβούσε τα βλέμματα. Ζηλεύουμε την χαρά όμως η θλίψη μαγνητίζει την προσοχή μας. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να χωθεί ανάμεσα στον κόσμο…

Είδε ζευγάρια να αγκαλιάζονται, να τσακώνονται, να φιλιούνται, να χωρίζουνε, και συλλογίστηκε πως τα αισθήματα μας είναι πολύτιμα και πολύ εύθραυστα για να τα προδίδουμε τόσο εύκολα. Η αγάπη είναι ένα κάστρο από άμμο που χτίζουμε στην ακροθαλασσιά, όμως πρέπει να πιστέψουμε πως το χτίζουμε με πέτρες. Αλλά τι ξέρει από αγάπη ένας Καλικάντζαρος;

Είδε «φίλους» που η ευημερία του «φίλου» τους, τους τραβούσε όπως τα σκατά τις μύγες αλλά οι δυσκολίες και τα προβλήματα τους απωθούσαν όπως το φιδάκι τα κουνούπια. «Φίλους» που αδιαφορούν για τους «φίλους» τους, που εκμεταλλεύονται, που προδίδουν. Σκέφτηκε πως όποιος γνωρίζει την αλήθεια μπορεί να την χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει, όμως οι άνθρωποι κάνουν την αλήθεια ψέμα, γιατί δεν θέλουν να βοηθήσουν. Αδιαφορία. Αλλά αυτές είναι σκέψεις ενός Καλικάντζαρου. Δεν έχουν αξία…

Είδε ανθρώπους να προσπαθούν με κάθε τρόπο να προσβάλλουν, να κάνουν ότι περνά από το χέρι τους για να μειώσουν τον άλλο έχοντας την εντύπωση πως έτσι ισχυροποιούνται, που κράζουν όσο πιο δυνατά μπορούν τα ψεύτικα αισθήματα τους για να κρύψουν στον θόρυβο ότι πραγματικά νιώθουν, που δημιουργούν διαρκώς ανάγκες στον πιο «αδύναμο» για να τον κάνουν ακόμα πιο «αδύναμο», που τρέφουν ανασφάλειες για να έχουν τον έλεγχο, ανθρώπους που εκμεταλλεύονται, που δεν κατανοούν, που κρίνουν χωρίς να γνωρίζουν, που μισούν, που αδικούν… Το μεγαλύτερο κακό που μπορείς να κάνεις σε έναν άνθρωπο είναι να τον αδικήσεις… Ένας συγγραφέας των ανθρώπων (Καζαντζάκη τον λένε) έλεγε πως ένα πράγμα ψαλιδίζει τα φτερά του ανθρώπου: Η Ψευτιά. Πόσο αληθινό… Όμως, όταν δεν λες κάτι που να χαϊδεύει τα αφτιά του άλλου, δεν έχουν αξία τα λόγια σου. Η νέα μόδα επιτάσσει να ακούμε ευχάριστα πράγματα όσο τσακωμένα κι αν είναι με την αλήθεια. Ίσως αυτός ο Καζαντζάκης να ήταν Καλικάντζαρος…

Η νύχτα έπεσε τέλος βαριά και μελαγχολική. Ήταν η ώρα της επιθυμίας, της ανάγκης, της μοναξιάς. Ο Φατσάκης κάθισε στο παγκάκι που η συγκυρία έκανε αγαπημένο χωρίς ποτέ να είναι. Ήταν κουρασμένος, ήταν απογοητευμένος, ήταν θλιμμένος. Σε εκείνο το πάρκο είχε δει για τελευταία φορά την ζωή του εκεί αναγκαστικά την αναζητούσε. Βίωσε για μια ακόμη φορά την πιο σκοτεινή του στιγμή, κοιτάζοντας με πόνο την απόπειρα να φανούν στολισμένοι κάτι άθλιοι και παραμελημένοι φανοστάτες, και σκέφτηκε πως αυτό το σκηνικό ταίριαζε απόλυτα με την ψυχή του: ένα σκοτάδι που πάσχιζαν να φωτίσουν γιορτινά οι αναμνήσεις. Η ψυχή ενός Καλικάντζαρου…

Επιστρέφοντας, στάθηκε τρέμοντας στην γωνία και παρατηρούσε. Πόσο θα ήθελε να κάνει πάλι σκανταλιές, να παίξει, να πειράξει, να λαθέψει, να αγκαλιάσει… Πόσο θα ήθελε να κάθεται στην ζέστη, πίνοντας τσάι, βλέποντας τηλεόραση δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο που στην βάση του περίμεναν ανυπόμονα διάφορα δωράκια να ανοιχτούν. Πόσο θα ήθελε να είναι ο Καλικάντζαρος που δεν είχε «καταντήσει» Καλικάντζαρος…

Χρυσά φωτάκια έλαμπαν στο μπαλκόνι. Τον καλούσαν και συνάμα τον έδιωχναν μακριά. Το θέαμα τον πλημμύριζε αγάπη και ταυτόχρονα τον βύθιζε στον πόνο. Μακάρι να μπορούσε και πάλι – όπως παλιά- να «μαγάριζε». Από το μισάνοιχτο παράθυρο αχνόφεγγε η λάμψη του Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ο χώρος του ήταν οδυνηρά οικείος. Ζωντάνεψε στο μυαλό του, έζησε στην ψυχή του. Ήταν όμως Καλικάντζαρος, ένα τέρας, και όφειλε να φύγει. Ευχήθηκε –όπως δεν αμέλησε ποτέ να κάνει- «Καλά Χριστούγεννα» και με βαριά πόδια που επέμεναν να τον οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, πήρε τον δύσκολο δρόμο της επιστροφής…

Έφτασε στην σκοτεινή σπηλιά του. Χάιδεψε τα αντικείμενα που κοσμούσαν την «αποθήκη των στιγμών» και έβγαλε επιτέλους το καπέλο του. Εδώ δεν χρειαζόταν να κρύβεται. Τον έκρυβε το σκοτάδι. Έφτιαξε ένα τσάι που δεν είχε ποτέ την ίδια γεύση και περίμενε… Περίμενε… μόνο περίμενε. Περίμενε μια λέξη, περίμενε μια ευχή, περίμενε να αλλάξει ο κόσμος, περίμενε να ζήσει, περίμενε να φύγει για άλλη μια χρονιά αυτή η νύχτα… Και όσο περίμενε συλλογιζόταν. Συλλογιζόταν όσα έζησε, όσα ποθούσε, όσα ονειρεύτηκε. Και όσα είδε. Είδε σκιές, είδε ερείπια, είδε θλίψη, είδε μίσος, είδε κακία, είδε αδιαφορία, είδε εκμετάλλευση, είδε υποκρισία, είδε έλλειψη κατανόησης, είδε επίκριση, είδε προσβολές, είδε μοναξιά, είδε αδικία…

«Όμως…», σκέφτηκε κοιτάζοντας τη μοναξιά του να αναβοσβήνει επίμονα στα φωτάκια που στόλιζαν το μπαλκόνι της απέναντι σπηλιάς, «…εγώ είμαι Καλικάντζαρός…»…

©Notis 2019


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com