Νύχτα νοτισμένη με νοσταλγία, χιλιάδες στιγμές ψηλά στον ουρανό την συντροφεύουν, το άρωμα του χθες την αγκαλιάζει… Σε μια όμορφα αδειανή πόλη, σε ένα μοναχικά σκοτεινό μπαλκόνι, έρχονται ήχοι από θάλασσα, απόμακρες φωνές – ξεχασμένες χροιές - και το ψιθυριστό τραγούδι του νησιού. Πως πέρασαν έτσι, τόσα χρόνια;
Πως γίνεται ν’ ανταμώνεις ανθρώπους που αγαπάς και να μη μπορείς να τους μιλήσεις; Τι είναι αυτό που, με τόση κακία, στήνει αυτό το εμπόδιο; Πως γίνεται να χάνονται όσα με κόπο πασχίσαμε να αποκτήσουμε; Πως να μην σκύβεις το κεφάλι σαν κουβαλάς το χθες; Που να βρεις παρηγοριά όταν οι άνθρωποι που ανέχονταν τους καημούς σου δεν υπάρχουν πια; Λόγια παραμένουν μετέωρα στις άκρες των χειλιών – χείλη που διψάνε για ένα φιλί – ανήμπορα να δραπετεύσουν για να ειπωθούν και μια διαρκής αίσθηση αδικίας που, αντί να θυμώνει, πονά. Υπάρχουν μοναξιές που σαν συναντηθούν, τα δεσμά που τις εγκλωβίζουν αντί να χαλαρώσουν, δυναμώνουν την παγερή λαβή τους. Δεν είναι παράλογο;
Το βράδυ που σπίτι επιστρέφεις, βαδίζοντας αμήχανα και βιαστικά τους σκοτεινούς δρόμους, αισθάνεσαι την αγωνία εκείνου που προσεύχεται με ασφάλεια να γυρίσεις; Όσα ποτέ δεν μοιράστηκες, τ’ ακούς να ψιθυρίζουν την ανάγκη τους στα πιο βαθιά όνειρα σου; Σκέφτηκες ποτέ πως η αίσθηση του να αντλείς ένα είδος δύναμης από την αδυναμία του άλλου, είναι μια αίσθηση απατηλή; Συλλογίστηκες άραγε, πως εκείνος που «χάνει» την αξιοπρέπεια του έχει περισσότερους λόγους να το κάνει από αυτόν που υποκρίνεται πως την διατηρεί; Θυμάσαι ποτέ όσα πασχίζεις να ξεχάσεις; Ξεχνάς εκείνα που παλεύεις να θυμάσαι; Και όταν τη νύχτα μπροστά στην θάλασσα σταθείς, αναγνωρίζεις ακόμα την γλώσσα των κυμάτων;
Φαντάσματα σε προσπερνάνε στον δρόμο και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο από το να κοιτάς, με θλίψη, τις πλάτες τους καθώς απομακρύνονται. Θέλεις να τρέξεις κοντά τους, θέλεις να φωνάξεις το όνομα τους, θέλεις να τα σφίξεις στην αγκαλιά σου, θέλεις να πεις τόσα, μα τόσα πολλά… Κι όμως, απομένεις παγωμένος, ανήμπορος να κινηθείς, κυκλωμένος από μια μεταφυσική ανυπαρξία. Και τότε, παραδομένος στα θέλω σου, χτυπημένος θανάσιμα από τις επιθυμίες σου, συνειδητοποιείς πως το φάντασμα είσαι εσύ…
Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ τον πανικό, την ανεξέλεγκτη ταχυπαλμία, την απειλή της μοναξιάς, τις αλλεπάλληλες αναβολές και τον μαρτυρικό δισταγμό, το βάσανο της ελπίδας, την θλιμμένη προσμονή, την επικείμενη απελπισία, εκείνες τις σκοτεινές στιγμές που ακολουθούν, χρόνια τώρα, ένα ταξίδι. Ένα ακόμα ταξίδι… Μια προσπάθεια για λίγη ζωή, μια διαφυγή από την ρουτίνα του τίποτα και μια απόπειρα προσέγγισης αναμνήσεων. Πολλοί θα σου πουν «πήγαινε αλλού», κανείς δεν θα σου πει «έλα μαζί μου»… Και πώς να εξηγήσεις σε κείνον που αδιαφορεί πως, όσες κι αν είναι οι υποτιθέμενες επιλογές, η καρδιά έχει έναν μονάχα προορισμό. Και πώς να αντισταθείς σε ότι προστάζει η καρδιά;
Πίνω την τελευταία σούμα της χρονιάς. Την φυλάω πάντα για αυτήν την βραδιά. Έτσι μετράω πια τον χρόνο. Η φαντασία μου με φέρνει εκεί που δεν υπάρχω, η επιθυμία υψώνει ένα ποτήρι για μια ευχή που ποτέ δεν φθάνει τον αποδέκτη. Απολαμβάνω στιγμές ευτυχίας στις οποίες δεν συμμετέχω, καθώς τα δάκρυα ρέουν στο μονοπάτι ενός χαμόγελου. Ένα μπουκάλι γεμάτο αναμνήσεις που έφτασε στο τέλος του και η τελευταία γουλιά, αυτή που καίει περισσότερο τα σωθικά, έχει την γεύση της ελπίδας. Αυτή τη γλυκόπικρη γεύση που μεθά όπως η αγάπη. Την γεύση ενός φιλιού, την γεύση του έρωτα. Η γεύση σου…
Αν κοιτάξεις ψηλά, τ’ αστέρια πλησίασαν να στολίσουν την βραδιά, Τα παρακάλεσα να έρθουν και, θαρρώ, αποδέχθηκαν την πρόσκληση. Εκεί, πάνω από την θάλασσα που τη νύχτα τα κάνει όλα τόσο όμορφα… Την θάλασσα που ζει στα μάτια που ποτέ δεν χόρτασα να κοιτάω. Τα μάτια που μόνο στα όνειρα πια αντικρίζω. Τέλειωσε η σούμα... Μα όσα γεύτηκα πίνοντας την, δεν έχουν τέλος. Εγώ θα είμαι πάλι εκεί, στα ίδια σημεία, στις ίδιες στιγμές, αντιμέτωπος με όσα νιώθω, να περιμένω, να ελπίζω, να νοσταλγώ…
Χρόνια πολλά. Να προσέχεις…

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Πες την γνώμη σου....