crawl

Somewhere over the rainbow...

koumpia

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

2026

Κάτι θα έπρεπε (ή πιστεύω πως θα ΄πρεπε) να ήταν αλλιώς: κάτι που να μοσχοβολά χαρά, να τραγουδά επιθυμία, να ακουμπά ευχές στα μάγουλα, να τυλίγεται ζεστά σε μεγάλες αγκαλιές, να υπόσχεται όνειρα, να ονειρεύεται υποσχέσεις… Κάτι που έρχεται για λίγες ώρες το βράδυ και, φεύγοντας, ξέρεις πως αύριο θα είναι πάλι εδώ…

Υπάρχει ένα σταυροδρόμι… Είναι πιο σκοτεινό σαν πέφτει η νύχτα και σχεδόν αόρατο την ημέρα. Εκεί διασταυρώνονται η αγάπη και το μίσος, η ελπίδα και η θλίψη, η ντροπή και ο πόθος. Αν σταθείς στο κέντρο τίποτα δεν συμβαίνει, όλα δείχνουν σταματημένα, κενά, ανύπαρκτα. Μα δεν μπορείς να μένεις συνέχεια εκεί, πρέπει να κινηθείς - η κίνηση που, όσο κι αν αντιστέκεσαι, επιβάλλεται γιατί είναι αναπόφευκτη. Όλα κινούνται. Όλα εξακολουθούν. Το ποιον δρόμο θα επιλέξεις, το αποφασίζεις εσύ μα τον ορίζει η μοίρα. Αν κατευθυνθείς προς την αγάπη ίσως συναντήσεις το μίσος, αν πας προς την ελπίδα είναι πιθανό να βρεις την θλίψη, αν υποκύψεις στον πόθο θα νιώσεις, απροειδοποίητα, τη ντροπή. Από κάπου πάντα ξεκινάς μα δεν γνωρίζεις ποτέ που καταλήγεις. Δρόμοι διαφυγής που έγιναν αδιέξοδοι, δρόμοι συνήθειας σπαρμένοι τώρα με παγίδες. Τώρα ξέρεις... Κάπως έτσι συμβαίνει και αποπροσανατολιζόμαστε. Κάπως έτσι συμβαίνει και συναντιόμαστε,,,

Άλλος ένας χρόνος έρχεται να ακουμπήσει το βάρος του στις πλάτες μας, άλλος ένας χρόνος να μεγαλώσει την σκιά της νοσταλγίας, άλλος ένας χρόνος ξοδεμένος… Οι σκέψεις είναι ανείπωτες λέξεις, είναι πόνος, είναι όμως και καταφύγιο. Ήρθαν κάτι παιδάκια να πούνε τα κάλαντα σε όλους εμάς, τους θαμώνες της απελπισίας που δείχνουμε γραφικοί καθισμένοι διαρκώς στο ίδιο σημείο και, καθώς η μοναξιά κάνει εχθρικό τον άνθρωπο, όλοι τα έδιωξαν. Η ερώτηση είναι πάντα μία: «Να τα πούμε;». Οι απαντήσεις όμως, είναι δύο: «Πείτε τα…» ή «Μας τα είπανε…». Φαντάζεσαι να έρχονταν παιδιά με τρίγωνα στα χέρια και να ρωτούσαν: «Να μην τα πούμε;». Θα είχε πλάκα η απάντηση… Τα παιδάκια λοιπόν, στάθηκαν κάποια στιγμή και πάνω από το τραπέζι μου. «Να τα πούμε;»… Δεν τους απάντησα, το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο σε μια γιαγιά. Φορούσε ένα βρώμικο πουλοβερ, ένα πολύ φαρδύ παντελόνι ακαθόριστου χρώματος και διαλυμένες από την φθορά παντόφλες. Κοιτούσε με έκδηλη την απελπισία και τη ντροπή στα μάτια της, μια το καφέ που καθόμουν με τα μοσχομυριστά κρουασάν και μια το διπλανό μαγαζί με τα τηγανητά κοτόπουλα. Πηγαινοερχόταν αναποφάσιστη για την επερχόμενη επαιτεία της, δειλιάζοντας και τουρτουρίζοντας από το κρύο. Πεινούσε. Το γεγονός ότι δεν σηκωνόμουν από το τραπέζι να την πλησιάσω με έκανε να ντρέπομαι περισσότερο από εκείνη. Αν κάποιος έπρεπε να ντρέπεται ήμουν μόνο εγώ. Μέχρι να αποφασίσω τι θα κάνω, εμφανίστηκε μια όμορφη κοπέλα (δεν ξέρω αν ήταν όντως όμορφη, όμορφη την έκανε η πράξη της), πήρε την γιαγιά από το χέρι και την οδήγησε στο μαγαζί με τα κοτόπουλα. Τα παιδάκια στο μεταξύ, με σκυμμένα κεφάλια, έκαναν να φύγουν. Ξύπνησα από τον λήθαργό μου και τα φώναξα πίσω. «Πείτε τα» τους είπα. «Πείτε τα, όμως πολύ δυνατά…». Άρχισαν το τραγούδι με ερμηνεία που θα έκανε όλες τις καρέκλες να γυρίσουν! Όταν τέλειωσαν, όλοι όσοι τα είχαν προηγουμένως διώξει, τα κάλεσαν να τους δώσουν από κάτι. Τέτοιες στιγμές, στιγμές ελπίδας και ίσως, χαράς, είναι που σε σκέφτομαι περισσότερο…

Άλλαξε ο χρόνος και μεγαλώνει ο φόβος. Ο προηγούμενος χρόνος πέρασε, καλώς η κακώς τα βγάλαμε πέρα. Η ελπίδα έσβησε για να αναγεννηθεί από τις στάχτες της, και με τα λάθη, τις απροσεξίες, τις κακίες ή τις καλοσύνες μας, υποθέτω επιβιώσαμε. Τώρα τι; Τι έρχεται; Παραμονή Χριστουγέννων, κάθισα στην παγωνιά να πιω έναν ακόμη πιο παγωμένο καφέ (το λες και ομοιοπαθητική). Δεν ήμουν μόνος. Ήμουν όμως ο μόνος που κρύωνε τόσο. Μητέρες με παιδάκια που έτρωγαν παγωτό (!), οι κλασσικοί τύποι που νομίζουν πως βρίσκονται σε καφενείο και μερικά πιτσιρίκια που μασουλούσαν σάντουιτς, χρωμάτιζαν με την παρουσία τους ένα γιορτινά μοναχικό σκηνικό. Πλησίασε μια τύπισσα να πουλήσει χριστουγεννιάτικα στολίδια. Κρατούσε ένα ξύλινο κασελάκι και έσκυβε πάνω από τον κόσμο να επιδείξει την πραμάτεια της. Οι μητέρες κοίταξαν αλλού, τα πιτσιρίκια αδιαφόρησαν, οι τύποι του καφενείου την έδιωξαν, λέγοντας με στόμφο ο ένας στον άλλον «Γέμισε γύφτους η πλατεία». Η τύπισσα εντόπισε εκείνον που χάζευε το κινητό του φορώντας ακουστικά προσποιούμενος πως δεν άκουγε (εμένα!) και στάθηκε δίπλα του. «Χρόνια πολλά, πάρε σε παρακαλώ ένα στολιδάκι…» μου είπε. Εξακολούθησα να κάνω πως δεν ακούω, βυθισμένος, και καλά, στο κινητό μου, μα εκείνη δεν πτοήθηκε. «Πάρε σε παρακαλώ ένα στολιδάκι, δεν είναι ακριβά» είπε. Έβγαλα τα ακουστικά και την κοίταξα με δήθεν απολογητικό ύφος. «Συγνώμη δεν έχω χρήματα, είμαι με κάρτα» είπα, χρησιμοποιώντας αυτή την γνωστή δικαιολογία. «Μήπως τότε μπορείς να μου πάρεις κάτι να φάω;» ρώτησε αφοπλίζοντας με. Οι τύποι του καφενείου είχαν στρέψει την προσοχή τους επάνω μου, περιμένοντας να δουν με ποιον τρόπο θα την ξεφορτωνόμουν. «Σε παρακαλώ, μπορείς να μου πάρεις κάτι να φάω;» επανέλαβε. Σηκώθηκα, περισσότερο από αμηχανία παρά από θέληση, και έκανα νόημα στην κοπελιά πίσω από τον πάγκο πως η τύπισσα μπορούσε να πάρει ότι ήθελε και πως πληρώνω εγώ. Πήρε μόνο μια σπανακόπιτα. Επέστρεψα στην θέση μου και έκανα να φορέσω ξανά τα ακουστικά, αμήχανος ακόμα αλλά και κάπως ικανοποιημένος που είχα κάνει την καλή μου πράξη. Όμως η τύπισσα ήρθε ξανά από πάνω μου και πρότεινε το κασελάκι της. «Διάλεξε όποιο θέλεις» μου είπε. «Είμαστε εντάξει, ευχαριστώ» της απάντησα. «Όχι, πρέπει να πάρεις κάτι» επέμεινε, «το πλήρωσες…». Διάλεξα, ακόμα πιο αμήχανος, έναν χαρωπό αγιοβασίλη που κρεμόταν σε ένα μπαστουνάκι (αργότερα κρέμασα αυτό το στολιδάκι στο δέντρο κοντά στο δικό σου) και την ευχαρίστησα. «Εγώ ευχαριστώ. Καλή χρονιά» μου είπε και απομακρύνθηκε. Έστρεψα βιαστικά το βλέμμα στους περαστικούς, αναζητώντας πάντα εσένα, μήπως μπορέσω να μοιραστώ άλλη μία ντροπή, ξορκίζοντας την με μια αγκαλιά…

Πήγα τις προάλλες στο ΑΤΜ να βγάλω χρήματα, έτσι για το γαμώτο, για να μην χρησιμοποιώ συνέχεια την κάρτα. Μπροστά μου ήταν μια κυρία που κρατούσε από το μπράτσο έναν παππούλη. Τον κρατούσε γιατί εκείνος δυσκολευόταν να περπατήσει. Έσερνε βαριά τα πόδια του και στο πρόσωπο του ήταν ζωγραφισμένο εκείνο το αθώο χαμόγελο που κάνει τους ηλικιωμένους να γίνονται πάλι παιδιά. Δεν ξέρω τι του ήταν αυτή η γυναίκα, πάντως τον βοηθούσε. «Δώσε μου την κάρτα σου» του είπε και εκείνος υπάκουσε όπως υπακούει ένα παιδάκι όταν πιστεύει πως οι μεγάλοι γνωρίζουν τα πάντα. «Πες μου το pin σου…» του είπε και εκείνος το φώναξε τόσο δυνατά που γύρισα πανικόβλητος δεξιά-αριστερά το κεφάλι μου να δω αν υπήρχε κι άλλος κοντά και παρακολουθούσε. «Ορίστε…» του είπε η γυναίκα χαμογελώντας, «…έχεις 368…». Ο παππούλης κάτι της απάντησε που δεν μπόρεσα να το ακούσω καλά, αλλά δεν χρειαζόταν γιατί ήταν από αυτές τις απαντήσεις που βουρκώνουν τα μάτια. «Εντάξει;» είπε η γυναίκα χτυπώντας τον απαλά στον ώμο. «Έχεις 368…». Το έκανε να ακούγεται λες και ο παππούς είχε εκεί μέσα χιλιάδες, αλλά, υποθέτω, έπρεπε να ακουστεί το ποσό για να τον καθησυχάσει. Με φωνή που έμοιαζε με παιδί που μόλις αρχίζει να συλλαβίζει τις πρώτες του λέξεις, ο παππούς είπε πως είχε πληρώσει το νοίκι. Το είπε με τρόπο που έμοιαζε με κατόρθωμα, με απόλυτη νίκη απέναντι στον πιο ύπουλο εχθρό. «Μην ανησυχείς λοιπόν…» είπε η γυναίκα, «…έχεις άλλα 368». «Κάτι θα μπορέσω να πάρω, ε;» της είπε ο παππούς και αμέσως έστρεψα το κεφάλι μου κάτω, στον δρόμο, να κρύψω τις σταγόνες στα μάτια μου. Άρχισαν να ανηφορίζουν τον δρόμο, με την γυναίκα να τον κρατά πάντα από το μπράτσο και τον παππού, σέρνοντας τα πόδια του, να της λέει πως κάτι είχε μείνει στον λογαριασμό. Κάτι, για τι; Για να περάσει τα Χριστούγεννα; Για να φάει; Να πάρει δώρο σε κάποιο εγγόνι, να πληρώσει ρεύμα, νερό; Έβγαλα την κάρτα μου από το πορτοφόλι και πλησίασα το ATM. Πριν την βάλω στην υποδοχή, κοίταξα την οθόνη. Έγραφε: Υπόλοιπο 368 ευρώ. Στράφηκα ξανά να τους δω που απομακρύνονταν. Σε χρειαζόμουν. Ένιωθα έντονη την ανάγκη να σου κρατήσω το χέρι…

Ένα-ένα, αθόρυβα όπως ξεκίνησαν, σβήνουν τα λαμπιόνια στα μπαλκόνια. Η νύχτα ξεντύνεται την γιορτινή της διάθεση φορώντας ξανά τη μοναξιά. Σβήνουν οι στιγμές που φανταστήκαμε, σβήνει το διστακτικό χαμόγελο μιας ξαφνικής αισιοδοξίας, σβήνει η μελαγχολία. Όσοι αναζητούν στο σκοτάδι μονάχα κρυψώνες, επιστρέφουν στην θέση τους παραμονεύοντας σαν ύπουλοι Καλικάντζαροι στις σκιές, το πέρασμα της ελπίδας. Φέτος μπόρεσα να κερδίσω κάποιες μάχες με τη μελαγχολία, αποδέχθηκα (όχι χωρίς να ελπίζω) την σιωπή που συνόδεψε όλες τις ημέρες των γιορτών και περπάτησα τους δρόμους ακούγοντας μουσική και χαζεύοντας ό,τι είχε στολιστεί. Ήταν όμορφα και, ομολογώ, θα μου λείψει αυτή η βραδινή διακόσμηση – είχε την υποψία συντροφιάς. Πέρασα μια βόλτα και από τον Θάνο να τα πούμε γιατί παραμένει ακόμα ο μόνος που μαθαίνει τα νέα μου, αν και πια δεν μπορώ να μάθω εγώ τα δικά του. Παλιά του άρεσε να κάνει πλάκα με επίθετα όπως το «τοξικός» τι θα έλεγε άραγε τώρα με το «ασφαλίτης»; (Φιλαράκι, κάποιος κυνηγά χίμαιρες αλλά όλο αυτό δεν θα έχει καλή κατάληξη…). Μερικές φορές η ανάγκη να μιλήσεις σε κάποιον που είχες μάθει να μιλάς διαρκώς μαζί του, γίνεται τόσο επιτακτική που καταλήγεις να μιλάς μόνος σου. Έτσι έμαθα να μιλώ και με εσένα: μόνος μου. Ψιθυριστά μην περάσω για τρελός, διστακτικά για να μην κάνω άλλα λάθη, όμορφα μήπως συγχωρεθώ. Χωρίς ανταπόκριση. Έχω ξεχάσει σχεδόν τον ήχο της φωνής σου και μου τον θυμίζουν μονάχα τα όνειρα. Πόσο πολύ μου λείπει αυτός ο ήχος…

2026… Ξεκίνησε ο ένατος χρόνος μακριά σου μα μοιάζει μόλις σαν εννέα ημέρες. Δεν μπορεί να έχουν περάσει τόσα χρόνια; Που είμαστε όλο αυτόν τον καιρό; Τι κάνουμε; Κάτι θα έπρεπε (ή πιστεύω πως θα ΄πρεπε) να ήταν αλλιώς: κάτι που να μοσχοβολά χαρά, να τραγουδά επιθυμία, να ακουμπά ευχές στα μάγουλα, να τυλίγεται ζεστά σε μεγάλες αγκαλιές, να υπόσχεται όνειρα, να ονειρεύεται υποσχέσεις… Κάτι που έρχεται για λίγες ώρες το βράδυ και, φεύγοντας, ξέρεις πως αύριο θα είναι πάλι εδώ…

Καλή χρονιά…


 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com