crawl

Somewhere over the rainbow... Θα περιμένω...

koumpia

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Ο άνθρωπος που άφησε στην θάλασσα την καρδιά του


Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα ξεκίνησε το πιο δύσκολο ταξίδι της ζωής του χωρίς να γνωρίζει πως αυτό το ταξίδι, κάτι που τόλμησε με τεράστια προσπάθεια και αγάπη, θα ήτανε μοιραίο. Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα άφησε χωρίς να το συνειδητοποιεί, την καρδιά του στην θάλασσα…

«Καταλάβαινα πως έχω πρόβλημα, ίσως γνώριζα και τις αιτίες, όμως δεν έβλεπα πόσο έτρωγε την ψυχή μου…» μου είπε ένα βράδυ καθώς αδειάζαμε παρέα ένα μπουκάλι από αυτά που είναι γεμάτα ιστορίες. Ήτανε καταβεβλημένος, απογοητευμένος, απελπισμένος, μόνος και πονούσε αφόρητα. Είχε συνειδητοποιήσει πως κάτι άσχημο, κάτι μαύρο και απειλητικό είχε φωλιάσει κάποια στιγμή στην ψυχή του, έπρεπε όμως να νοιαστεί για άλλους -αυτό απαιτούσαν από αυτόν - έτσι δεν πρόλαβε να προειδοποιήσει τον εαυτό του για το σκοτάδι που πλησίαζε. Μίλησε όμως μερικές φορές σε έναν άνθρωπο που εξακολουθεί –παρά την ξαφνική μοναξιά- να θεωρεί φίλο, και διαπίστωσαν πως τα συμπτώματα, τα οποία μάλιστα μοιράζονταν, ήταν εμφανή και ανησυχητικά. Μα η ζωή του, ένα κράμα αγάπης, ανασφαλειών και απαιτήσεων, δεν χωρούσε πια κατανόηση και αλήθεια, έπρεπε να βοηθήσει χωρίς να βοηθηθεί, όφειλε να αγαπήσει χωρίς ίσως, να αγαπηθεί.

«Υποθέτω πως ως ένα σημείο, ξέρω πως ξεκίνησε το πρόβλημα…» είπε ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. «Όταν προσπαθείς να δεις αυτό που απαιτούν να δεις χωρίς όμως να στο περιγράφουν, όταν γίνεσαι το εξιλαστήριο θύμα που πίσω του κρύβονται η αδιαφορία και η αδυναμία των άλλων να βοηθήσουν, το σκοτάδι που πασχίζεις να φωτίσεις μπορεί να καταπιεί και εσένα. Ο καναπές που μοιάζει καταφύγιο μα στην πραγματικότητα είναι φυλακή, στο τέλος θα φυλακίσει και εσένα. Όταν γεμίζεις αποτυχίες γιατί το μόνο που επιθυμείς είναι να φτιάξεις μια ζωή αντάξια αυτού που αγαπάς, όταν καμία σου προσπάθεια δεν αναγνωρίζεται αντίθετα κατηγορείται, όταν παρακολουθείς χρόνια μιζέριας και εξαρτήσεων αδυνατώντας –αφού δεν έχεις βοήθεια- να αντιδράσεις, θα βυθιστείς στο τέλμα…».

Δεν είχε την θέληση να αντιδράσει και οικονομικά δεν άντεχε να αναζητήσει θεραπεία. Έπρεπε να παλέψει μόνος και παράλληλα να παλεύει και για άλλους. Έψαξε στο ίντερνετ πληροφορίες και κατάφερε να πραγματοποιήσει 2-3 συνεδρίες με μια παλιά του φίλη, όχι μέσα σε ένα άψυχο δωμάτιο που στο μυαλό σου το έχεις πάντα ως «ιατρείο», αλλά κάπου έξω, συζητώντας σαν φίλοι και όχι ως επαγγελματίας απέναντι σε πελάτη. Τα συμπτώματα ήταν αναγνωρίσιμα και ανησυχητικά. Διαταραχές στην διάθεση, από ανεξήγητη χαρά σε απότομη στεναχώρια, τάσεις αυτοκαταστροφής, κόπωση και αϋπνία, νεύρα, αίσθηση κενού, εξάρτηση από μοναχικές στιγμές, συναισθηματική αδιαφορία για τους γύρω του (πλην του ανθρώπου που αγαπούσε πολύ) και μερικές φορές έντονος σεξουαλικός πόθος. Έχρηζε φαρμακευτικής βοήθειας και έπρεπε να προσέχει. Εκείνος όμως, μην έχοντας την οικονομική δυνατότητα να κάνει αυτό που του έλεγε η φίλη του, αποφάσισε να συνεχίσει όπως μπορούσε. Εξάλλου, ποτέ δεν πίστευε αυτούς που πληρώνονται για να «συμβουλεύουν», ιδιαίτερα εκείνους που βλέπουν τον άνθρωπο ως πελάτη – ασθενή που πρέπει (αργά γιατί από αυτό ζούνε) να θεραπεύσουν, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μπορεί να έχουν σε άλλους ανθρώπους οι συμβουλές τους. Πήρε και αυτός παρόμοιες συμβουλές και δεν μπόρεσε να τις δεχθεί. Όταν ένα λουλούδι δεν ανθίζει, δεν αλλάζεις το λουλούδι αλλά το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται.

Ήταν πολλά τα χρόνια (πολύ περισσότερα απ’ όσο φαίνονται) που προσπαθώντας να κατανοήσει το πρόβλημα του άλλου, δεν είδε τον ερχομό του δικού του. Και όταν προσπάθησε να μιλήσει για όσα βίωνε, δεν πήρε ποτέ την βοήθεια που απαιτήθηκε από αυτόν να δώσει. Εκείνος όμως αγαπούσε πολύ και ενώ θα μπορούσε να φύγει όταν τα πράγματα έδειχναν αδιέξοδα, όταν η δική του ψυχή έχανε την ταυτότητα της, άκουσε την αγάπη και έδωσε και μια υπόσχεση. Μια υπόσχεση που εξακολουθεί να τηρεί, γιατί όση ομίχλη κι αν σκεπάζει μια θάλασσα, όσο δηλητήριο κι αν ποτίζει το αίμα, η αλήθεια πάντα φαίνεται όταν θέλεις να την κοιτάξεις. Οι άνθρωποι προσπαθώντας να κάνουν μια απόφαση να φανεί σωστή, δημιουργούν αντίθετα συναισθήματα από αυτά που πραγματικά νιώθουν, μα όλη αυτή η αδικία κάποια στιγμή θα αλλάξει αποδέκτη. Μπορείς να κρυφτείς από όποιον θέλεις, μα δεν μπορείς να κρυφτείς από την ψυχή σου.

«Αντιμετωπίζοντας όλα αυτά τα προβλήματα, τρέμοντας σαν το κλαράκι στον άνεμο, φοβισμένος και αβοήθητος, πήρα διστακτικά την μεγάλη απόφαση…» είπε ανοίγοντας καινούργιο μπουκάλι. «Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Θα μου έλειπε απίστευτα. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, γιατί αυτό μου ζητήθηκε. Ήταν μια πρόσκληση για συμπαράσταση και συντροφικότητα, ήταν μια γλυκιά απαίτηση και μια προτροπή για στιγμές που θα μπορούσαν να είναι πολύ όμορφες. Έφυγα όχι για να αναζητήσω την όποια τύχη μου, αλλά για να συμπαρασταθώ, να βοηθήσω και βρίσκοντας κάτι να απασχοληθώ, να μπορέσω να παρατείνω την διαμονή μου. Αυτό ήταν το σχέδιο…».

Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα (πως περνά τόσο βιαστικά ο χρόνος;), πήρε την μεγάλη απόφαση. Κανείς δεν μπόρεσε (η δεν θέλησε) να αντιληφθεί πόσο δύσκολη απόφαση ήταν αυτή (αναλογιζόμενοι βέβαια, τα προβλήματα του), κανείς δεν κατάλαβε πόσο φοβισμένος ήταν. Όμως δεν άντεχε. Ήθελε να είναι κοντά σε ότι έκανε την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά και ασταμάτητα. Ίσως για κάποιους αυτή η απόπειρα να φάνηκε ως αποτυχία, η αλήθεια είναι όμως πως επρόκειτο για ένα μεγάλο βήμα. Ήταν μια αρχή και κάθε αρχή είναι δύσκολη. Η συνέχεια θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Εξάλλου, έφυγε τελείως απροετοίμαστος. Δεν ένιωθε αποτυχημένος. Ένιωσε δυνατός και, όταν τα πόδια του συνήθισαν το ξένο έδαφος, ένιωσε ευτυχισμένος. Δεν απέτυχε. Αντίθετα βοήθησε, στήριξε, πίστεψε, λάτρεψε, αγάπησε, πόνεσε, προσπάθησε. Δεν πρόσβαλλε ποτέ, δεν θύμωσε, δεν νευρίασε, δεν φώναξε, δεν παραιτήθηκε, δεν απέρριψε. Ήταν εκεί, να σβήνει φωτιές, να συζητά, να χαμογελά, να προτρέπει, να κατανοεί, να αγκαλιάζει, να επιθυμεί, να χαζεύει ένα πρόσωπο σαν κοιμόταν. Ήταν εκεί γιατί αυτό του ζητήθηκε να κάνει.

«Θυμάμαι ακόμα την καρδιά μου να χτυπά μανιασμένα…» μου είπε εκείνο το βράδυ που πίναμε για να γιορτάσουμε κάτι που κάποτε θύμιζε γενέθλια. Στα μάτια του ξεψυχούσε ένα χαμόγελο. «Η καρδιά μου είχε ήδη φύγει μα τα πόδια μου παρέμεναν καρφωμένα εδώ, σε μια πόλη που έλεγε πως με θέλει μα ποτέ δεν με ήθελε. Ένιωθα φόβο, όχι για όσα θα άφηνα, όχι για όσα θα έβρισκα, ένιωθα φόβο για εμένα. Θυμάμαι δυο μικρά δακρυσμένα ματάκια στην εξώπορτα και ένα δωράκι (ίσως το πιο αληθινό δώρο που μου έκαναν ποτέ), έναν πόθο και όλα αυτά που φόρτιζαν δύναμη τον δισταγμό μου. Το άγχος να τσακίζει την καρδιά μου, το σκοτάδι να αγκαλιάζει το μυαλό μου, την κούραση να βαραίνει τα μάτια μου… Μα δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Το φάρμακο μου, η θεραπεία μου, η ελπίδα πως αυτή η ζωή κάποτε θα ανάψει ένα φωτάκι και για εμένα, ήταν εκεί και με περίμενε. Το κάλεσμα ηχούσε βαθιά στην ψυχή μου. Μου έδινε την δύναμη να αντιμετωπίσω τον φόβο…».

Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα, στρίμωξε την ζωή του σε μια βαλίτσα και έφυγε. Η βαλίτσα αυτή δεν ανοίχτηκε ποτέ, ούτε σαν πήγε ούτε σαν επέστρεψε. Η βαλίτσα βρίσκεται ακόμα στο δωμάτιο του, κλειστή, σκονισμένη, σε αναμονή. Επέστρεψε με πόνο όχι γιατί δεν βρήκε αυτό που ξαφνικά άλλοι προσδοκούσαν, μα γιατί δεν μπόρεσε να παρατείνει περισσότερο την διαμονή του στην αγάπη και την ελπίδα, στα μάτια που πάντα φώτιζαν τα σκοτάδια του. Επέστρεψε και περίμενε την επόμενη στιγμή που με την ίδια βαλίτσα στο χέρι θα επιχειρούσε ξανά το ταξίδι, πιο δυνατός, προετοιμασμένος και ήρεμος. Η αλήθεια αποτυπώθηκε σε δεκάδες μικρά σημειώματα και σφραγίστηκε με ένα δαχτυλίδι, που σήμαινε πολλά περισσότερα από μια απλή πράξη αγάπης. Επέστρεψε με υποσχέσεις, όνειρα και σχέδια. Επέστρεψε θεωρώντας πως είχε νικήσει το πρόβλημα…

Εκείνο τον βράδυ τον άφησα μόνο γιατί δεν έβλεπα μπροστά μου από το αλκοόλ και την εξάντληση. Ήταν ένα μεθυσμένο ναυάγιο, μια σιωπηλή σκιά που όσες φορές κι αν ζήτησε βοήθεια δεν του την προσέφερε κανένας. Τον άφησα μισολιπόθυμο μπροστά στην οθόνη ενός υπολογιστή, ανάμεσα σε εκατοντάδες σελίδες γεμάτες σημειώσεις. Ήταν οι λέξεις που δεν του έδιναν το δικαίωμα να πει. Η απειλή είχε επιστρέψει σφοδρότερη από ποτέ, η παγωμένη μαυρίλα κατάπινε την ψυχή του, αδυνατούσε να αισθανθεί, αδυνατούσε να ενδιαφερθεί, αδυνατούσε να βρει μικρές χαρές να δώσουν νόημα στην ζωή του. Έψαχνε σκοπό, αναζητούσε ελπίδα, δεν ζούσε απλά σπαταλούσε τον χρόνο του. Το υπνοδωμάτιο του δεν είχε συγυριστεί ποτέ από την στιγμή που επέστρεψε, είχε δυο μήνες να αλλάξει σεντόνια στο κρεβάτι του, ο χειμώνας πέρασε χωρίς να μαζέψει ποτέ τα καλοκαιρινά, είχε ξεχαστεί από όλους, είχε αδικηθεί παράφορα, πονούσε αφόρητα, δεχόταν απίστευτες προσβολές και τέλος, επέτρεπε στον εαυτό του να χαθεί. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να τον βοηθήσω, δεν ήμουν παρά ένας ακροατής.
     Καθώς έφευγα τρεκλίζοντας, σήκωσε το κεφάλι από το γραφείο και με φωνή που ίσα που ακουγόταν, μου είπε:
     «Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα, χωρίς να το ξέρω, άφησα την καρδιά μου στην θάλασσα…»

Πριν ένα χρόνο σαν σήμερα, άφησε την καρδιά του στην θάλασσα. Την άφησε εκεί να κολυμπά ακούραστα, με υπομονή, θλίψη και λαχτάρα. Την άφησε εκεί όπου πάντα ανήκε. Την άφησε εκεί να γίνει ένα με την θάλασσα έτσι ώστε κάθε φορά που εκείνη θα αφήνει το κρύο νερό να την χαϊδεύει, να νιώθει την ζέστη της καρδιάς του…

Έφυγα αθόρυβα γιατί είχε αποκοιμηθεί. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, πρόσεξα την βαλίτσα σε μια γωνιά, μαζί με άλλες αποσκευές που είχε πάρει τότε μαζί του. Αυτή η βαλίτσα στην οποία πριν ένα χρόνο προσπάθησε να στριμώξει στιγμές, όνειρα, ελπίδες, ολόκληρη την ζωή του, ήταν εκεί και περίμενε. Δάκρυσα. Ευχήθηκα ολόψυχα να κάνει σύντομα το ταξίδι που ποθεί, προτού την λιώσει το σκοτάδι…   

© Notis 2018
 



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Πες την γνώμη σου....

Όλα Τα Γίδια Είναι Ίδια - olatagidia.blogspot.com